Ο τίτλος της Wall Street Journal είναι σοκαριστικός και σχεδόν προκαλεί υποψίες για clickbait: «Αυτοί που αναζητούν δουλειά είναι τόσο απελπισμένοι που πληρώνουν για να προσληφθούν». Ωστόσο, πρόκειται για μία έγκριτη εφημερίδα και το ρεπορτάζ της τεκμηριώνει αυτή την κατάσταση. Η αναζήτηση εργασίας για θέσεις γραφείου στις ΗΠΑ σήμερα δεν είναι απλώς δύσκολη, αλλά είναι δομικά άνιση. Χιλιάδες θέσεις εργασίας εξαφανίζονται, όχι επειδή μεταφέρονται αλλού, αλλά επειδή αντικαθίστανται από προγράμματα τεχνητής νοημοσύνης.
Όσοι μένουν εκτός, παλεύουν σε μια αγορά όπου οι θέσεις λιγοστεύουν, ο ανταγωνισμός εκτινάσσεται και η απελπισία φτάνει στο σημείο να πληρώνουν για να προσληφθούν. Για χρόνια, οι δουλειές γραφείου θεωρούνταν «ασφαλείς». Διοικητικά στελέχη, αναλυτές, προγραμματιστές, υπεύθυνοι μάρκετινγκ, νομικοί, οικονομολόγοι, δημοσιογράφοι. Σήμερα, αυτές οι θέσεις βρίσκονται στο επίκεντρο της μεγαλύτερης ανατροπής. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν συμπληρώνει απλώς την εργασία τους, αλλά σε πολλές περιπτώσεις την αντικαθιστά.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η τεχνητή νοημοσύνη έχει ενσωματωθεί ταχύτερα στις επιχειρήσεις, η απώλεια θέσεων γραφείου είναι πλέον μαζικό φαινόμενο. Τμήματα συρρικνώνονται ή καταργούνται, ρόλοι «σπάνε» σε αυτοματοποιημένες λειτουργίες. Ολόκληρα καθήκοντα περνούν σε συστήματα που γράφουν κώδικα, παράγουν κείμενα, αναλύουν δεδομένα, διαχειρίζονται πελάτες και αυτοματοποιούν διαδικασίες που μέχρι χθες απαιτούσαν ανθρώπινη παρουσία. Το αποτέλεσμα είναι απλό και σκληρό: λιγότερες θέσεις για περισσότερους ανθρώπους, και μάλιστα για ανθρώπους με υψηλή κατάρτιση, εμπειρία και προσδοκίες που δεν συμβαδίζουν με την πραγματικότητα της αγοράς.
Έτσι δημιουργείται ένα νέο παράδοξο. Η ανεργία δεν αυξάνεται εκρηκτικά, αλλά η εύρεση δουλειάς γίνεται σχεδόν αδύνατη. Οι θέσεις που ανοίγουν είναι λιγότερες, πιο απαιτητικές, πιο εξειδικευμένες και συχνά προσωρινές. Οι απολυμένοι ανταγωνίζονται μεταξύ τους σε μια αγορά που έχει συρρικνωθεί. Μέσα σε αυτή την ασφυξία, εμφανίζεται μια νέα αγορά: υπηρεσίες όπου ο άνεργος πληρώνει για να βρει δουλειά. Όχι για να εκπαιδευτεί σε νέες δεξιότητες, αλλά για να αποκτήσει πρόσβαση σε μια θέση που ίσως δεν υπήρχε αν δεν είχε καταργηθεί κάποια άλλη.
Οι λεγόμενοι «αντίστροφοι στρατολόγοι» δεν υπόσχονται θαύματα. Υπόσχονται να σε βάλουν μπροστά, να σου εξασφαλίσουν συνέντευξη, να κάνουν μια σύσταση, να σε ξεχωρίσουν σε μια αγορά όπου όλοι περισσεύουν. Το κόστος μεταφέρεται πλέον στον άνεργο, με ποσοστά επί μισθού, πάγιες αμοιβές και συνδρομές. Και όμως, πολλοί πληρώνουν, όχι επειδή πιστεύουν ότι αυτό είναι δίκαιο, αλλά επειδή αισθάνονται ότι δεν έχουν άλλη επιλογή.
Η μεγάλη διαφορά με προηγούμενες τεχνολογικές αλλαγές είναι ότι η αντικατάσταση δεν γίνεται με θόρυβο. Δεν κλείνουν εργοστάσια, δεν υπάρχουν απεργίες, δεν υπάρχουν εικόνες μαζικής ανεργίας. Υπάρχει απλώς ένα email: «ο ρόλος σας αναδιαμορφώνεται». Και πίσω από αυτή τη φράση, ένας αλγόριθμος που κάνει τη δουλειά γρηγορότερα, φθηνότερα και χωρίς ανθρώπινες απαιτήσεις. Αυτός είναι και ο λόγος που η πίεση συγκεντρώνεται στις δουλειές γραφείου. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν αντικαθιστά τον εργάτη στο εργοτάξιο, αλλά τον εργαζόμενο μπροστά σε οθόνη.
Όταν οι θέσεις λιγοστεύουν, η αγορά δεν γίνεται απλώς πιο ανταγωνιστική, αλλά και πιο άδικη. Όσοι έχουν οικονομικό «αέρα» πληρώνουν για βοήθεια, καθοδήγηση και επαφές. Όσοι δεν έχουν, περιμένουν. Και όσο περισσότερο περιμένουν, τόσο κινδυνεύουν να μείνουν εκτός. Η ανεργία παύει να είναι μεταβατική κατάσταση και γίνεται ταυτότητα. Όσο περισσότερο διαρκεί, τόσο πιο δύσκολη γίνεται η επιστροφή. Έτσι δημιουργείται μια νέα ανισότητα: όχι μόνο ανάμεσα σε εργαζόμενους και ανέργους, αλλά και ανάμεσα σε ανέργους που μπορούν να αγοράσουν ελπίδα και σε εκείνους που δεν μπορούν.
Προς το παρόν, το φαινόμενο είναι πιο ορατό στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκεί η τεχνητή νοημοσύνη ενσωματώθηκε ταχύτερα στις επιχειρήσεις, οι εταιρείες κινήθηκαν πιο επιθετικά και οι αγορές εργασίας είναι πιο «ευέλικτες» – άρα και πιο σκληρές. Όμως το καμπανάκι χτυπά ήδη και στην Ευρώπη. Όχι με τον ίδιο θόρυβο, όχι ακόμη με τον ίδιο ρυθμό, αλλά με την ίδια κατεύθυνση. Οι ευρωπαϊκές αγορές προστατεύονται περισσότερο από θεσμούς, συλλογικές συμβάσεις και πιο αργούς μηχανισμούς προσαρμογής. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι άτρωτες. Οι ίδιες τεχνολογίες υιοθετούνται, οι ίδιες πιέσεις για μείωση κόστους εμφανίζονται, οι ίδιες δουλειές γραφείου επανασχεδιάζονται. Απλώς η μετάβαση είναι πιο αργή και, γι’ αυτό, πιο ύπουλη.
Η εμπειρία των ΗΠΑ λειτουργεί σαν πρόγευση. Δείχνει πού οδηγεί μια αγορά όταν οι θέσεις μειώνονται γρηγορότερα απ’ ό,τι προσαρμόζονται οι άνθρωποι. Αν η Ευρώπη δεν κινηθεί εγκαίρως, το φαινόμενο της «αγορασμένης πρόσβασης» στην εργασία δεν θα αργήσει να εμφανιστεί και εδώ — με διαφορετικό πρόσωπο, αλλά την ίδια κοινωνική ένταση. Το φαινόμενο των ανέργων που πληρώνουν για να προσληφθούν δεν είναι μόδα. Είναι σύμπτωμα μιας βαθιάς μετάβασης – που το βλέπουμε προς το παρόν στις ΗΠΑ, αλλά θα μπορούσε να χτυπήσει γρήγορα την πόρτα μας και στην Ευρώπη.
Η τεχνητή νοημοσύνη δεν «βοηθά» απλώς την παραγωγικότητα. Αναδιανέμει την εργασία με ταχύτατους ρυθμούς. Και σε αυτή τη μετάβαση, το κόστος δεν το πληρώνουν οι εταιρείες. Το πληρώνουν οι άνθρωποι που περισσεύουν. Το κλειδί, όσο δύσκολο κι αν είναι, δεν βρίσκεται στην άρνηση της τεχνητής νοημοσύνης. Βρίσκεται στην επανακατάρτιση. Ο ανθρώπινος παράγοντας δεν έχει χάσει την αξία του — αλλά δεν αρκεί πια από μόνος του. Οι δουλειές που εξαφανίζονται δεν επιστρέφουν. Επιστρέφουν, όμως, νέοι ρόλοι, νέες ανάγκες και νέες μορφές εργασίας για όσους μπορούν να προσαρμοστούν. Η επανακατάρτιση δεν είναι πολυτέλεια ούτε ατομική υπόθεση. Είναι κοινωνική αναγκαιότητα. Αν δεν επενδυθεί συστηματικά σε νέες δεξιότητες, η αγορά θα συνεχίσει να ξεφορτώνεται ανθρώπους πιο γρήγορα απ’ όσο τους επανεντάσσει. Και τότε, η απελπισία δεν θα αφορά μόνο όσους πληρώνουν για να βρουν δουλειά — θα αφορά όσους δεν έχουν πια τρόπο να επιστρέψουν.