Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή προχώρησε σε αναθεώρηση προς τα κάτω των προβλέψεων για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Στην τριμηνιαία του έκθεση, εκτιμά ότι ο πληθωρισμός θα κυμανθεί σε υψηλότερα επίπεδα από τις προηγούμενες εκτιμήσεις, μεταξύ 3,5% και 4%, ενώ το πρωτογενές πλεόνασμα το 2025 αναμένεται να φτάσει το 4,5% του ΑΕΠ. Παρά τις προκλήσεις, σημειώνεται ότι «η ελληνική οικονομία παραμένει ανθεκτική, αν και το διεθνές περιβάλλον γίνεται ολοένα πιο αβέβαιο λόγω της γεωπολιτικής κλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή».
Η όξυνση της σύγκρουσης επηρεάζει αρνητικά τις διεθνείς μακροοικονομικές προοπτικές, ενισχύοντας τους κινδύνους για τις αγορές ενέργειας, το διεθνές εμπόριο, την οικονομική ανάπτυξη και τον πληθωρισμό. «Η έκταση των επιπτώσεων για την ευρωπαϊκή και την ελληνική οικονομία θα εξαρτηθεί κυρίως από τη διάρκεια της σύγκρουσης και από το αν οι διαταραχές στις ροές ενέργειας αποκτήσουν μόνιμα χαρακτηριστικά».
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Γραφείου, ο ρυθμός ανάπτυξης το 2026 αναμένεται να διαμορφωθεί στο 2,0%, σε σύγκριση με 2,1% στην προηγούμενη έκθεση του Δεκεμβρίου 2025. Για φέτος, ο ρυθμός ανάπτυξης εκτιμάται ότι θα κυμανθεί από 1,7% έως 2,4%, έναντι προηγούμενης εκτίμησης για εύρος 1,9% με 2,6%. Οι νέες εκτιμήσεις περιλαμβάνουν μέτρα ύψους 300 εκατ. ευρώ που ανακοινώθηκαν πρόσφατα από την κυβέρνηση, καθώς και την υπόθεση διατήρησης της τιμής του πετρελαίου τύπου Brent στα 90 δολάρια το βαρέλι κατά μέσο όρο για το 2026. Σε αυτή την περίπτωση, ο ρυθμός ανάπτυξης μπορεί να ξεπεράσει το 2%.
Αντίθετα, αν η τιμή του πετρελαίου τύπου Brent παραμείνει στα 100 δολάρια το βαρέλι, σε συνδυασμό με αύξηση των επιτοκίων κατά 0,25% από την ΕΚΤ λόγω πληθωριστικών πιέσεων, ο ρυθμός ανάπτυξης δεν αναμένεται να ξεπεράσει το 2%. Ο πληθωρισμός φέτος θα κυμανθεί μεταξύ 3,5% και 4%, σε σύγκριση με προηγούμενη εκτίμηση για κάτω από 2%.
Για να μετριαστούν οι δευτερογενείς επιπτώσεις του νέου ενεργειακού σοκ, είναι «κρίσιμης σημασίας η ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των μέτρων συγκράτησης των τιμών με τη χρήση ψηφιακής τεχνολογίας». Αυτό θα επιτρέψει την άμεση ενημέρωση από τις επιχειρήσεις προς την Ανεξάρτητη Αρχή Ελέγχου της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή σχετικά με τις παραμέτρους κόστους και τιμών σε κάθε στάδιο της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Η ψηφιακή συλλογή των παραμέτρων κόστους και τιμών θα διευκολύνει την επεξεργασία τους με στατιστικές μεθόδους και μεθόδους μηχανικής μάθησης, ενισχύοντας την παρακολούθηση του μεικτού περιθωρίου κέρδους και επιτρέποντας τον γρήγορο εντοπισμό φαινομένων αύξησης τιμών που δεν δικαιολογούνται από αντίστοιχες αυξήσεις του κόστους.
Σχετικά με τις δημοσιονομικές επιδόσεις του 2025, το Γραφείο εκτιμά ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα διαμορφωθεί στο 4,5% του ΑΕΠ, με τα οριστικά στοιχεία να αναμένονται από τη Eurostat μετά τις 20 Απριλίου.
Αναφορικά με το παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον, η κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή αυξάνει τον κίνδυνο παρατεταμένων αναταράξεων στις διεθνείς αγορές ενέργειας και εντείνει την αβεβαιότητα ως προς τις παγκόσμιες μακροοικονομικές προοπτικές. Οι διαταραχές στις ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου από τον Κόλπο οδηγούν σε άνοδο του ενεργειακού κόστους και αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων.
Αρνητικές επιπτώσεις αναμένονται επίσης στο κόστος γεωργικής παραγωγής λόγω πιέσεων στις διεθνείς αγορές λιπασμάτων. Παρά την ανθεκτικότητα της διεθνούς οικονομίας απέναντι σε ενεργειακές διαταραχές, η κατάσταση αναδεικνύει τη σημασία της ενεργειακής διαφοροποίησης και της παροχής στοχευμένης στήριξης στους πιο πληττόμενους τομείς.
Οι πρόσφατες εξελίξεις στην αγορά κρατικών ομολόγων της Ευρωζώνης υπογραμμίζουν τη σημασία της δημοσιονομικής αξιοπιστίας. Μετά την έναρξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, παρατηρείται αύξηση των αποδόσεων και διεύρυνση των spreads, καθώς οι επενδυτές ζητούν υψηλότερο risk premium για να διακρατήσουν κρατικό χρέος, ιδίως από χώρες με αυξημένες δημοσιονομικές ευπάθειες.
Η Ελλάδα, με συγκριτικά υψηλότερο λόγο χρέους προς το ΑΕΠ, παραμένει εκτεθειμένη σε αυτό το περιβάλλον αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας. Για το λόγο αυτό, «η σταθερή και διατηρήσιμη αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους πρέπει να αποτελεί κεντρική προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής, ώστε η χώρα να απομακρυνθεί σταδιακά από τη θέση της ως η πλέον επιβαρυμένη οικονομία της Ευρωζώνης».