Τα ευρωπαϊκά κρατικά ομόλογα βρίσκονται υπό σοβαρή πίεση, καθώς ο πόλεμος με το Ιράν αναζωπυρώνει τους φόβους για νέο ενεργειακό σοκ και επίμονο πληθωρισμό. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Τράπεζα της Αγγλίας διατήρησαν αμετάβλητα τα επιτόκια, αλλά το μήνυμα προς τις αγορές ήταν σαφές: η μάχη με τις πληθωριστικές πιέσεις συνεχίζεται.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα νέο sell-off στην αγορά ομολόγων και απότομη άνοδο των αποδόσεων σε όλη την Ευρώπη. Η απόφαση της Τράπεζας της Αγγλίας να κρατήσει τα επιτόκια στο 3,75% έσβησε τις ελπίδες για μειώσεις μέσα στο 2026, με την αγορά να εξετάζει ακόμη και το ενδεχόμενο νέας αύξησης αργότερα μέσα στη χρονιά. Αντίστοιχα, η ΕΚΤ κράτησε αμετάβλητο το κόστος δανεισμού, την ώρα που οι επενδυτές επαναξιολογούν τη στάση της ευρωζώνης υπό το βάρος του ενεργειακού κόστους.

Η αλλαγή στις προσδοκίες ήταν άμεση και βίαιη. Οι αποδόσεις των βρετανικών ομολόγων εκτινάχθηκαν, καθώς η αγορά προεξοφλεί ότι οι κεντρικές τράπεζες ίσως χρειαστεί να παραμείνουν πιο σκληρές για περισσότερο χρόνο. Η απόδοση του 10ετούς βρετανικού ομολόγου ξεπέρασε το 4,87%, αγγίζοντας νέο υψηλό 52 εβδομάδων, πριν περιορίσει μέρος των κερδών. Ακόμη πιο έντονη ήταν η κίνηση στο 2ετές gilt, το οποίο είναι πιο ευαίσθητο στις μεταβολές της νομισματικής πολιτικής, με την απόδοσή του να εκτινάσσεται έως και κατά 39 μονάδες βάσης.

Στην υπόλοιπη Ευρώπη, οι αποδόσεις των γαλλικών, γερμανικών και ιταλικών τίτλων κινήθηκαν επίσης υψηλότερα, με το γερμανικό 10ετές bund να πλησιάζει το 3%. Στην ελληνική αγορά, η απόδοση του 10ετούς κρατικού ομολόγου κινείται πλέον στην περιοχή του 3,7%, έχοντας ενισχυθεί τις τελευταίες εβδομάδες. Παρά την πίεση, τα ελληνικά ομόλογα διατηρούν σχετική ανθεκτικότητα, χάρη στη βελτιωμένη πιστοληπτική εικόνα και τη σταθερή ζήτηση.

Η νέα άνοδος στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου αναβιώνει τον φόβο ενός πληθωριστικού σοκ, αντίστοιχου με εκείνο του 2022. Τα βρετανικά κρατικά ομόλογα δέχονται το μεγαλύτερο πλήγμα, καθώς η αγορά θεωρεί πιο πιθανό ένα νέο βήμα σύσφιγξης από την Τράπεζα της Αγγλίας. Τα γερμανικά bunds εμφανίζονται ως η «σχετικά ήρεμη» γωνιά αυτής της αναταραχής, χωρίς όμως να μένουν ανεπηρέαστα.

Η άνοδος των αποδόσεων ήρθε παράλληλα με νέα κλιμάκωση στο ενεργειακό μέτωπο, με το Brent να σκαρφαλώνει πάνω από τα 111 δολάρια το βαρέλι. Για μια Ευρώπη που είναι καθαρός εισαγωγέας πετρελαίου και φυσικού αερίου, το σοκ αυτό έχει άμεσες επιπτώσεις στον πληθωρισμό και τις προοπτικές ανάπτυξης. Η Ευρώπη επιχείρησε να διαφοροποιήσει τις πηγές εφοδιασμού της μετά την κρίση του 2022, αλλά μια παρατεταμένη αναταραχή στη Μέση Ανατολή παραμένει σοβαρή απειλή.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, αρκετοί διαχειριστές κεφαλαίων θεωρούν πιθανό η επόμενη κίνηση της ΕΚΤ να είναι αύξηση επιτοκίων αργότερα μέσα στο 2026, εφόσον οι πληθωριστικές πιέσεις αποδειχθούν πιο επίμονες. Η ΕΚΤ θα παρακολουθήσει αν εμφανιστούν δευτερογενείς επιδράσεις στις τιμές και στους μισθούς. Αν η κατάσταση επιδεινωθεί, δεν αποκλείεται να αναγκαστεί να κινηθεί νωρίτερα από ό,τι ανέμενε η αγορά.

Ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι η πρόσφατη εκτίναξη των αποδόσεων μπορεί να αποδειχθεί βραχύβια, εφόσον οι τιμές της ενέργειας αποκλιμακωθούν. Η βασική εκτίμηση ορισμένων επενδυτικών οίκων παραμένει ότι η Fed και η Τράπεζα της Αγγλίας θα έχουν περιθώριο για μειώσεις επιτοκίων στο δεύτερο μισό του έτους, εφόσον το ενεργειακό σοκ δεν παγιωθεί.

Προς το παρόν, οι επενδυτές βλέπουν μια αγορά που ταλαντεύεται ανάμεσα σε δύο φόβους: τον επίμονο πληθωρισμό και την επιβράδυνση της οικονομίας. Σε αυτή τη λεπτή ισορροπία, τα ευρωπαϊκά κρατικά ομόλογα παραμένουν ευάλωτα σε κάθε νέα εξέλιξη από το μέτωπο της Μέσης Ανατολής. Αν υπάρξει σύντομα αποκλιμάκωση, οι σημερινές αποδόσεις μπορεί να φανούν ελκυστικές. Αν όμως η σύγκρουση παραταθεί, η αστάθεια στην αγορά κρατικού χρέους της Ευρώπης δύσκολα θα υποχωρήσει.