Το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ έχει φτάσει σε νέο ιστορικό υψηλό και οι προβλέψεις δείχνουν ότι αυτό το φαινόμενο θα συνεχιστεί. Σύμφωνα με τις νέες εκτιμήσεις του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου (CBO), το εθνικό χρέος αναμένεται να φτάσει τα 64 τρισεκατομμύρια δολάρια έως το 2036, από 38 τρισεκατομμύρια που είναι σήμερα. Η αύξηση του ομοσπονδιακού χρέους αναμένεται να είναι περίπου 2,4 τρισεκατομμύρια δολάρια ετησίως τα επόμενα 10 χρόνια, εφόσον δεν υπάρξει σημαντική ύφεση.

Σημαντικό είναι ότι στους επόμενους 12 μήνες λήγουν περίπου το 30% των ομολόγων του αμερικανικού δημοσίου, αξίας 9,6 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Οι περισσότερες υποχρεώσεις που λήγουν φέτος σχετίζονται με χρέη που έχουν συσσωρευτεί από τον Φεβρουάριο του 2020, όταν ξέσπασε η πανδημία του Covid-19. Ο Σαρλ-Ανρί Μονσό, επικεφαλής οικονομολόγος του ομίλου Syz, τόνισε ότι το μεγαλύτερο μέρος του ληξιπρόθεσμου χρέους εκδόθηκε όταν οι αποδόσεις ήταν κοντά στο μηδέν, και τώρα αναχρηματοδοτείται με επιτόκιο άνω του 4%. Αυτό έχει σοβαρές επιπτώσεις στα δημόσια οικονομικά, καθώς μια μέση αύξηση 2% στις αποδόσεις ισοδυναμεί με περίπου 192 δισεκατομμύρια δολάρια σε πρόσθετο ετήσιο κόστος αποπληρωμής τόκων.

Η κατάσταση είναι ανησυχητική, καθώς οι ΗΠΑ κατατάσσονται στην πρώτη θέση μεταξύ των πιο χρεωμένων χωρών στον κόσμο. Αν το εθνικό χρέος των 38 τρισεκατομμυρίων δολαρίων διαιρεθεί με τον πληθυσμό των 340 εκατομμυρίων, κάθε πολίτης βαρύνεται με πάνω από 110.000 δολάρια σε χρέος. Το συνολικό χρέος, δημόσιο και ιδιωτικό, ξεπερνά τα 100 τρισεκατομμύρια δολάρια, με τους ειδικούς να προειδοποιούν ότι το χρέος των ΗΠΑ μπορεί να αναδιαμορφώσει τις παγκόσμιες αγορές την επόμενη δεκαετία.

Η αύξηση του χρέους επηρεάζει και τις πολιτικές του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος σχεδιάζει να αυξήσει τις στρατιωτικές δαπάνες από ένα τρισεκατομμύριο δολάρια σε 1,5 τρισεκατομμύριο μέχρι το 2027. Οι παράγοντες της αγοράς προειδοποιούν ότι το δημόσιο χρέος διαβρώνει τις αναπτυξιακές προοπτικές των ΗΠΑ και ότι όλα τα προβλήματα της χώρας επιδεινώνονται λόγω του προβλήματος της αναχρηματοδότησης του χρέους.

Η δημοσιονομική πολιτική του Τραμπ, με μεγάλα πακέτα δαπανών, δέχεται πιέσεις, ειδικά καθώς πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές. Ο πρόεδρος προσπαθεί να αντλήσει μετρητά μέσω δασμών στις εισαγωγές και πιέζει την Ομοσπονδιακή Τράπεζα να μειώσει τα επιτόκια. Ωστόσο, το δολάριο υποχωρεί σε σχέση με άλλα νομίσματα, και ο χρυσός αντικαθιστά τα ομόλογα στα θησαυροφυλάκια πολλών κεντρικών τραπεζών παγκοσμίως. Όλες οι προσπάθειες του Τραμπ αποσκοπούν στο να αποτρέψουν μια κρίση χρέους που θα μπορούσε να πλήξει την αμερικανική και την παγκόσμια οικονομία, αλλά το χρέος των ΗΠΑ κινδυνεύει να ξεφύγει από κάθε έλεγχο.