Τον τελευταίο χρόνο, οι ανησυχίες για την αμερικανική και παγκόσμια οικονομία επικεντρώνονταν στους εκτεταμένους δασμούς που είχε επιβάλει ο πρόεδρος Τραμπ. Από την Παρασκευή, η απόφαση του ανωτάτου δικαστηρίου προσθέτει μία σειρά από νέους πονοκεφάλους για τον Τραμπ. Η απόφαση αυτή αποδυναμώνει έναν βασικό πυλώνα της οικονομικής και γεωπολιτικής ατζέντας της αμερικανικής κυβέρνησης.
Ο Τραμπ δεν διαθέτει πλέον τον «διακόπτη» επιβολής ή άρσης δασμών που υποστήριζε οικονομικές απειλές, ενέπνεε φόβους για εισαγόμενο πληθωρισμό και επηρεάζε τις δημοσιονομικές προβλέψεις κάθε χώρας. Στο εξής, οι νέοι δασμοί θα πρέπει να επιβάλλονται μέσω πιο χρονοβόρων και τεχνικών εμπορικών διαδικασιών ή μέσω του Κογκρέσου. Εκτός και αν ο Τραμπ έχει και άλλα σχέδια για τα οποία πάντως λίγες λεπτομέρειες έδωσε στη συνέντευξη Τύπου της Παρασκευής.
Ο οικονομολόγος της Fitch Ratings, Όλου Σονόλα, χαρακτήρισε την απόφαση του Δικαστηρίου ως «Liberation Day 2.0», λέγοντας ότι θα έχει απτό όφελος για τους Αμερικανούς καταναλωτές και την εταιρική κερδοφορία. Σύμφωνα με τον ίδιο, πρόκειται για «ουσιαστική ανατροπή», καθώς πάνω από το 60% των δασμών του 2025 ουσιαστικά εξαφανίζεται.
Το Yale Budget Lab εκτιμά ότι ο συνολικός πραγματικός δασμολογικός συντελεστής πέφτει στο 9,1%, καθώς οι δασμοί που επιβλήθηκαν βάσει του νόμου περί έκτακτης εθνικής ανάγκης κατέπεσαν, έναντι περίπου 17% αν παρέμεναν σε ισχύ. Πριν από την απόφαση, το Penn Wharton υπολόγιζε ότι ενδεχόμενη ακύρωση από το δικαστήριο θα αφαιρούσε περισσότερα από 175 δισ. δολάρια σε ετήσια αναμενόμενα έσοδα από δασμούς.
Η απόφαση ενδέχεται να οδηγήσει σε χαοτική διαδικασία επιστροφών χρημάτων προς τις επιχειρήσεις, καθώς το Ανώτατο Δικαστήριο άφησε το ζήτημα στη διακριτική ευχέρεια της κυβέρνησης Τραμπ. Παράλληλα, παραμένει ασαφές πώς θα αντιδράσουν άλλες χώρες, καθώς οι ακυρωθέντες δασμοί αποτελούσαν τη βάση πολλών εμπορικών συμφωνιών που είχαν ανακοινωθεί νωρίτερα μέσα στο έτος. Οι εκτεταμένοι δασμοί του Τραμπ προκάλεσαν ιστορική οικονομική αβεβαιότητα. Η ακύρωσή τους δεν σημαίνει απαραίτητα σταθερότητα, αλλά ανοίγει ένα νέο, αβέβαιο κεφάλαιο στην οικονομική πολιτική των ΗΠΑ.