Οι διαρθρωτικοί γεωπολιτικοί κίνδυνοι και η μεγάλη πτώση του δολαρίου έναντι του ευρώ εκπέμπουν «μηνύματα SOS» για το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα, ενδεχομένως απαιτώντας αλλαγές στη νομισματική πολιτική. Ο Φρανκ Έλντερσον, μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και αντιπρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, εξέφρασε τις ανησυχίες του για τους γεωπολιτικούς κινδύνους που επηρεάζουν τις τράπεζες, μιλώντας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Ο Αυστριακός κεντρικός τραπεζίτης Μάρτιν Κότσερ τόνισε ότι ίσως χρειαστούν αλλαγές στη νομισματική πολιτική εάν το ευρώ συνεχίσει να ανατιμάται έναντι του δολαρίου. Στην ακρόασή του στο Ευρωκοινοβούλιο, ο Έλντερσον προειδοποίησε τις ευρωπαϊκές τράπεζες ότι η περίοδος της σχετικής προβλεψιμότητας έχει παρέλθει, καθώς οι γεωπολιτικές εξελίξεις έχουν γίνει μόνιμος παράγοντας κινδύνου που επηρεάζει τις τράπεζες άμεσα και έμμεσα.
«Οι γεωπολιτικές εξελίξεις δεν αποτελούν πλέον παροδικά σοκ, αλλά μόνιμο στοιχείο του περιβάλλοντος στο οποίο λειτουργεί ο ευρωπαϊκός τραπεζικός τομέας», σημείωσε χαρακτηριστικά. Για τον λόγο αυτό, η ΕΚΤ διεξάγει για πρώτη φορά γεωπολιτικά τεστ για να αξιολογήσει τα γεωπολιτικά σενάρια για κάθε ίδρυμα ξεχωριστά και τον πιθανό αντίκτυπό τους στις τράπεζες.
Επιπλέον, ο Έλντερσον επισήμανε τις δημοσιονομικές προκλήσεις σε ορισμένες προηγμένες οικονομίες, όπως οι ΗΠΑ, οι οποίες ενδέχεται να δοκιμάσουν την εμπιστοσύνη των επενδυτών και να δημιουργήσουν διαρροές κινδύνου από τις Ηνωμένες Πολιτείες προς τη ζώνη του ευρώ, ενισχυόμενες από την αβεβαιότητα ως προς την πολιτική και την υποτίμηση του δολαρίου.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο μιας νέας μείωσης των επιτοκίων εάν η περαιτέρω αύξηση της αξίας του ευρώ αρχίσει να επηρεάζει τις προβλέψεις για τον πληθωρισμό. Αυτό ήταν το βασικό συμπέρασμα από όσα δήλωσε ο Μάρτιν Κότσερ στους Financial Times. Αν και χαρακτήρισε «μέτριες» τις πρόσφατες αυξήσεις του ευρώ έναντι του δολαρίου και δήλωσε ότι δεν απαιτούν καμία αντίδραση, ίσως χρειαστεί η ΕΚΤ να αναλάβει δράση εάν οι περαιτέρω αυξήσεις είναι αρκετά σημαντικές ώστε να μειώσουν τις προβλέψεις για τον πληθωρισμό.