Η Αυστρία αποφάσισε να μειώσει προσωρινά τον ειδικό φόρο κατανάλωσης στα καύσιμα, προκειμένου να βοηθήσει τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις να αντιμετωπίσουν την εκτόξευση των τιμών λόγω του πολέμου στον Κόλπο. «Το κράτος δεν πρέπει να γίνει κερδοσκόπος της κρίσης», δήλωσε ο Αυστριακός καγκελάριος Κρίστιαν Στόκερ, μέλος του κεντροδεξιού Λαϊκού Κόμματος (ÖVP).
Ως πρώτο βήμα, η Αυστριακή κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι ο φόρος στο ντίζελ και τη βενζίνη θα μειωθεί κατά 5 σεντς ανά λίτρο. Επιπλέον, θα υπάρξει προσωρινό πάγωμα στα περιθώρια κέρδους σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα. Ο Στόκερ δήλωσε ότι τα νέα μέτρα θα μπορούσαν να μειώσουν την τιμή των καυσίμων στην Αυστρία έως και 10 λεπτά το λίτρο. «Η αύξηση των τιμών που προήλθε από τον πόλεμο στο Ιράν δεν θα πρέπει να οδηγήσει σε αποδυνάμωση της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών και της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων», τόνισε ο Αυστριακός καγκελάριος.
Σήμερα, ο φόρος ανέρχεται σε 39,7 σεντς ανά λίτρο ντίζελ και 48,2 σεντς ανά λίτρο βενζίνης. Επιπλέον, οι αυξήσεις τιμών στα βενζινάδικα επιτρέπονται μόνο τρεις φορές την εβδομάδα μέχρι τουλάχιστον τα μέσα Απριλίου.
Η ενεργειακή κρίση που προκλήθηκε από τον πόλεμο κατά του Ιράν και η δραστική μείωση της μεταφοράς πετρελαίου στο Στενό του Ορμούζ έχουν ωθήσει τις τιμές της βενζίνης και του ντίζελ πάνω από το κρίσιμο όριο των δύο ευρώ το λίτρο σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες. Ο μέσος όρος της ΕΕ είναι περίπου 1,57 ευρώ ανά λίτρο, που σημαίνει ότι σε κάποιες χώρες, όπως η Ελλάδα, οι καταναλωτές πληρώνουν περίπου 20% περισσότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ. Στη χώρα μας, οι τιμές της βενζίνης και του ντίζελ κυμαίνονται γύρω από τα 2 ευρώ στα μεγάλα αστικά κέντρα, αλλά είναι υψηλότερες στα νησιά και σε δυσπρόσιτες περιοχές.
Η κυβέρνηση έχει επιβάλει μόνο πλαφόν 5 λεπτών το λίτρο στο περιθώριο κέρδους για τις εταιρείες βενζίνης και πετρελαίου και 12 λεπτών στα πρατήρια. Τα έσοδα του κράτους αντιστοιχούν στο 61,6% της τελικής τιμής, ενώ τα έσοδα ολόκληρης της αλυσίδας καυσίμων ανέρχονται στο 38,4%. Οι εκπρόσωποι των πρατηριούχων προαναγγέλλουν απεργιακές κινητοποιήσεις, υποστηρίζοντας ότι μπορεί εύκολα να κατανοηθεί πώς θα μπορούσε να μειωθεί αποτελεσματικά η τιμή των καυσίμων στην αντλία.
Στις Βρυξέλλες, εξετάζονται επιλογές όπως η συντονισμένη μείωση των φόρων καυσίμων και η επαναφορά ενός ανώτατου ορίου τιμών φυσικού αερίου για τον περιορισμό της μετάδοσης στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας. Προς το παρόν, όμως, τα μεμονωμένα κράτη της ΕΕ υιοθετούν εθνικές στρατηγικές που κυμαίνονται από μειώσεις φόρων έως ελέγχους τιμών και εποπτεία της αγοράς. Οι αναλυτές σημειώνουν ότι οι διαφορές τιμών προκύπτουν κυρίως από τις διαφορετικές φορολογικές πολιτικές των χωρών.
Στην Πολωνία και την Τσεχική Δημοκρατία, ο φόρος επί των πετρελαιοειδών είναι σημαντικά χαμηλότερος από ό,τι στη Γερμανία. Σύμφωνα με την ADAC (Γερμανική Λέσχη Αυτοκινήτου), παρατηρείται και πάλι ο λεγόμενος «τουρισμός καυσίμων» προς τις παραμεθόριες περιοχές της Πολωνίας και της Τσεχικής Δημοκρατίας, με ορισμένα βενζινάδικα κοντά στα σύνορα να αναφέρουν μειώσεις πωλήσεων έως και 30%. Οι προσωρινές μειώσεις φόρων ή οι επιδοτήσεις σε ορισμένες χώρες της ανατολικής ΕΕ μειώνουν περαιτέρω τις τιμές.
Μια σύγκριση εντός της ΕΕ δείχνει ότι οι διαφορές στις τιμές των καυσίμων δεν οφείλονται στην παγκόσμια αγορά, αλλά σχεδόν αποκλειστικά στις εθνικές πολιτικές φόρων και τελών. Στη Βουλγαρία ή την Πολωνία, η φορολογική συνιστώσα της τιμής των καυσίμων είναι περίπου 40 έως 45%, ενώ στη Γερμανία φτάνει το 50 έως 65%, ανάλογα με το επίπεδο τιμών.
Στην Ιταλία, η κυβέρνηση Μελόνι εξετάζει τη μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης, κάτι που συνεπάγεται παραίτηση από πρόσθετα έσοδα που δεν προβλέπονται στον προϋπολογισμό για την προσωρινή μείωση των τιμών στα πρατήρια. Στην Ουγγαρία, ο Βίκτορ Όρμπαν επέβαλε ανώτατο όριο τιμών, που ισοδυναμεί με 1,51 ευρώ ανά λίτρο για τη βενζίνη και 1,56 ευρώ για το ντίζελ, αποκλειστικά για οχήματα με εθνικές πινακίδες κυκλοφορίας. Η Κροατία επέλεξε επίσης ένα διοικητικό ανώτατο όριο τιμών, περιορίζοντας τις τιμές σε περίπου 1,50 ευρώ για τη βενζίνη και 1,55 ευρώ για το ντίζελ.
Στη Σλοβενία, η κεντροαριστερή κυβέρνηση επέλεξε να μειώσει τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης για να μετριάσει τον αντίκτυπο των διεθνών τιμών, διατηρώντας το τελικό κόστος από τα χαμηλότερα στην περιοχή, περίπου στα 1,47 ευρώ για τη βενζίνη και 1,53 ευρώ για το ντίζελ.
Στη Γερμανία, ο καγκελάριος Μερτς κρατά στάση αναμονής, δίνοντας προτεραιότητα στη διαφάνεια της αγοράς. Στο Παρίσι, ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί απέκλεισε την εισαγωγή «ασπίδας τιμών» λόγω περιορισμένων δημοσιονομικών περιθωρίων, επιλέγοντας μάλιστα ένα έκτακτο σχέδιο επιθεωρήσεων σε πρατήρια καυσίμων για την αποτροπή της κερδοσκοπίας. Η γαλλική κυβέρνηση χαρακτήρισε «αδιανόητη» τη μείωση του ειδικού φόρου στα καύσιμα, η οποία θα είχε εκτιμώμενο κόστος περίπου 17 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Μια ενδιάμεση λύση έχει υιοθετηθεί από την Πορτογαλία, που ενεργοποίησε μια «δημοσιονομική βαλβίδα ασφαλείας»: μια έκπτωση μερικών σεντς στο ντίζελ, που χρηματοδοτείται από επιπλέον έσοδα από τον ΦΠΑ, με έναν αυτόματο μηχανισμό που ενεργοποιείται όταν οι τιμές αυξάνονται κατά περίπου 10 σεντς πάνω από τα επίπεδα αναφοράς. Οι Ευρωπαίοι αναλυτές προειδοποιούν ότι οι έλεγχοι τιμών και οι μειώσεις φόρων στα καύσιμα προσφέρουν άμεση ανακούφιση, αλλά ενδέχεται να επιβαρύνουν τα δημόσια οικονομικά και να καθυστερήσουν την ενεργειακή μετάβαση.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ζητήσει αυστηρή εφαρμογή του ανώτατου ορίου τιμών στο ρωσικό πετρέλαιο, υποστηρίζοντας ότι η επιστροφή στην εξάρτηση από τη ρωσική ενέργεια θα ήταν ένα «στρατηγικό λάθος».