Η παραγωγικότητα της εργασίας, η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, η βιωσιμότητα των επιχειρήσεων μέσω της τεκμαρτής φορολόγησης, το βιοτικό επίπεδο των πολιτών-εργαζομένων και η αγοραστική τους δύναμη σε σχέση με τον πληθωρισμό είναι οι κύριες παράμετροι που εξετάζουν 10 διαφορετικοί φορείς της χώρας για να προτείνουν στο υπουργείο Εργασίας τον κατώτατο μισθό για το τρέχον έτος. Στη διαδικασία συμμετείχαν η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ), η ΑΔΕΔΥ (Κοινωνικό Πολύκεντρο), το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ), το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), το Ινστιτούτο Συνδέσμου Βιομηχανιών Ελλάδος (ΙΝΣΒΕ), το Ινστιτούτο Εμπορίου και Υπηρεσιών (ΙΝΕΜΥ ΕΣΕΕ), το Ινστιτούτο Εργασίας (ΙΝΕ ΓΣΕΕ), το Ινστιτούτο Μικρών Επιχειρήσεων (ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ), η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) και το Ινστιτούτο του Τουρισμού (ΙΝΣΕΤΕ).
Οι προτάσεις τους υποβλήθηκαν με πολυσέλιδες εκθέσεις στην αρμόδια Επιτροπή Διαμεσολάβησης και τώρα επεξεργάζονται από την ηγεσία του υπουργείου Εργασίας για να κωδικοποιηθούν. Οι προτεινόμενες αυξήσεις κυμαίνονται από 2,5% έως 1.052 ευρώ. Η υπουργός Εργασίας, Νίκη Κεραμέως, έχει δηλώσει ότι θα τηρηθεί το όριο των 950 ευρώ που έχει θέσει η κυβέρνηση για τις κατώτατες αποδοχές το 2027. Σήμερα, ο βασικός μισθός είναι 880 ευρώ (μικτά), επομένως η όποια αύξηση αναμένεται να κυμανθεί στο συγκεκριμένο εύρος.
Κωδικοποιημένα, οι προτάσεις των φορέων έχουν ως εξής:
- Τράπεζα της Ελλάδος: Αύξηση έως 4%.
- ΑΔΕΔΥ: Δεν προσδιορίζεται ποσοστό. Ζητείται ο κατώτατος μισθός να καταβάλλεται και στον δημόσιο τομέα 14 φορές ετησίως, όπως γίνεται και στον ιδιωτικό.
- ΚΕΠΕ: Αύξηση 3,5% έως 5%.
- ΙΟΒΕ: Αύξηση 2,5% έως 3,5%.
- ΙΝΣΒΕ: Για να πιαστεί το όριο των 950 ευρώ που έχει τεθεί από την κυβέρνηση για το 2027 (άρα αύξηση 8%), θα πρέπει να προκύψει αύξηση 4% ανά έτος.
- ΙΝΕΜΥ ΕΣΕΕ: Η αύξηση να μην υπερβεί το 3,5%.
- ΙΝΕ ΓΣΕΕ: Δεν προτείνεται αύξηση, αλλά ο κατώτατος μισθός το 2026 να φτάσει στο 60% του διάμεσου μισθού του 2025, κάτι που μεταφράζεται σε 1.052 ευρώ.
- ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ: Δεν προτείνεται αύξηση, αλλά επισημαίνεται ότι το 56% των ελεύθερων επαγγελματιών και των ατομικών επιχειρήσεων φορολογείται με βάση το τεκμαρτό εισόδημα, το οποίο συνδέεται άμεσα με το ύψος του κατώτατου μισθού.
- ΕΛΣΤΑΤ: Δεν προτείνεται ποσοστό αύξησης, αλλά τονίζεται ότι ο Δείκτης Μισθολογικού Κόστους το γ’ τρίμηνο του 2025 αυξήθηκε κατά 8,1% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2024.
- ΙΝΣΕΤΕ: Προτείνει αύξηση έως 4%.
Η Τράπεζα της Ελλάδος τονίζει τρία βασικά οικονομικά κριτήρια για την εκτίμηση του περιθωρίου αύξησης του κατώτατου μισθού: τη σταθερότητα των τιμών μεσοπρόθεσμα, τη διαφύλαξη της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και την προστασία της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων από τον πληθωρισμό. Εκτιμάται ότι η επίπτωση του κατώτατου μισθού στον μέσο μισθό βαίνει διαχρονικά αυξανόμενη.
Το ΚΕΠΕ επισημαίνει ότι η βασική πρόκληση για την οικονομική πολιτική παραμένει η αύξηση των πραγματικών μισθών και η αποκατάσταση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών, χωρίς τη δημιουργία πληθωριστικών πιέσεων ή επιδείνωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της χώρας.
Το ΙΟΒΕ αναφέρει ότι η διαμόρφωση ενός κατώτατου μισθού υψηλότερα από τον μισθό ισορροπίας για εργασία με χαμηλή παραγωγικότητα ενδέχεται να αυξήσει τις αδήλωτες μορφές απασχόλησης ή να δημιουργήσει υπερβάλλουσα προσφορά εργασίας.
Το ΙΝΣΒΕ αναφέρεται στη μείωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας και τονίζει ότι οι αυξήσεις πρέπει να συνάδουν με τις «αντοχές» των επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα.
Το ΙΝΕΜΥ ΕΣΕΕ υπογραμμίζει ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού πρέπει να συνδεθεί με τη μείωση του μη μισθολογικού κόστους, ώστε να διατηρηθεί η ανταγωνιστικότητα.
Το ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ επισημαίνει ότι οποιαδήποτε αύξηση του κατώτατου μισθού θα αυξήσει το τεκμαρτό εισόδημα και τη φορολογία στις ατομικές επιχειρήσεις.
Τέλος, το ΙΝΣΕΤΕ αναφέρει ότι η «ακρίβεια» παραμένει σημαντικό εμπόδιο για μεγαλύτερες αυξήσεις του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα.