Ύστερα από χρόνια κατακερματισμού λόγω της κρίσης κρατικού χρέους της Ευρωζώνης, οι ευρωπαϊκές αγορές ομολόγων έχουν επανενωθεί από το 2019. Για χώρες όπως η Ελλάδα, αυτή η ενοποίηση είναι σημαντική, καθώς εξασφαλίζει ευνοϊκές συνθήκες χρηματοδότησης, αλλά φέρνει και νέους κινδύνους.

Κατά τη διάρκεια της κρίσης, οι αποδόσεις των ελληνικών κρατικών ομολόγων εκτοξεύθηκαν πάνω από εκείνες των ευρωπαϊκών ομολόγων αναφοράς, καθώς οι αγορές κρατικών ομολόγων κατακερματίστηκαν. Τα τελευταία χρόνια, οι αποδόσεις του ελληνικού κρατικού χρέους έχουν συγκλίνει με αυτές πολλών ευρωπαϊκών χωρών, αντανακλώντας την ισχυρή ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και τα δημοσιονομικά πλεονάσματα. Αυτό υποδηλώνει ότι τα ελληνικά κρατικά ομόλογα και τα ευρωπαϊκά ομόλογα υψηλής πιστοληπτικής αξιολόγησης θεωρούνται και πάλι υποκατάστατα, σηματοδοτώντας μια ανανεωμένη ενοποίηση των αγορών ομολόγων.

Η ανανεωμένη αυτή ενοποίηση εκθέτει την Ελλάδα σε διαφορετικές επιδράσεις διάχυσης από το εξωτερικό. Για παράδειγμα, η δημοσιονομική επέκταση της Γερμανίας που ανακοινώθηκε τον Μάρτιο του 2025 αύξησε τις αποδόσεις όχι μόνο στη Γερμανία αλλά και στην Ελλάδα κατά παρόμοιο μέγεθος, αναδεικνύοντας την ανάγκη συνεχούς παρακολούθησης των εξελισσόμενων κινδύνων για τις συνθήκες χρηματοδότησης του κρατικού χρέους.

Τον Μάιο του 2025, το ελληνικό κρατικό spread (η διαφορά απόδοσης του 10ετούς ομολόγου σε σχέση με το γερμανικό Bund) υποχώρησε κάτω από τις 80 μονάδες βάσης για πρώτη φορά από το 2007. Το 2007, με την έναρξη της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, αναδύθηκαν ανησυχίες σχετικά με τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών σε πολλές χώρες της Ευρωζώνης, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας. Ως αποτέλεσμα, το ελληνικό κρατικό spread άρχισε να διευρύνεται, αντανακλώντας την αυξανόμενη απαίτηση των επενδυτών για υψηλότερο ασφάλιστρο κινδύνου.

Καθώς οι ανησυχίες για τα δημόσια οικονομικά εντάθηκαν, τα κρατικά spreads συνέχισαν να διευρύνονται και οι ευρωπαϊκές αγορές κρατικών ομολόγων έγιναν ολοένα και πιο κατακερματισμένες. Πριν από την κρίση, η αγορά ευρωπαϊκών κρατικών ομολόγων ήταν ιδιαίτερα ενοποιημένη, καθώς όλα τα ομόλογα θεωρούνταν στενά υποκατάστατα και διαπραγματεύονταν σε παρόμοια επίπεδα αποδόσεων.

Κατά τη διάρκεια της κρίσης, τα ελληνικά κρατικά spreads αυξήθηκαν σε επίπεδα που ουσιαστικά απέκοψαν την Ελλάδα από βιώσιμη χρηματοδότηση μέσω των αγορών. Τελικά, η Ελλάδα έλαβε χρηματοδοτική στήριξη από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) και τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM). Ωστόσο, από την ολοκλήρωση του τρίτου προγράμματος χρηματοδοτικής συνδρομής το 2018, το ελληνικό spread έχει μειωθεί αισθητά, αντανακλώντας την ισχυρή ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας.

Η συμπίεση του spread δείχνει ότι οι επενδυτές αντιλαμβάνονται εκ νέου τα ελληνικά και άλλα ευρωπαϊκά κρατικά ομόλογα υψηλής πιστοληπτικής αξιολόγησης ως στενά υποκατάστατα. Αυτό υποδηλώνει ότι οι αγορές ομολόγων είναι και πάλι περισσότερο ενοποιημένες, ύστερα από χρόνια κατακερματισμού. Οι ενοποιημένες αγορές κρατικών ομολόγων χαρακτηρίζονται από στενά spreads και ισχυρές επιδράσεις διάχυσης μεταξύ χωρών.

Εντοπίζουμε τρία στοιχεία που καταδεικνύουν ότι οι επιδράσεις μεταξύ των ελληνικών και των γερμανικών κρατικών ομολόγων έχουν αυξηθεί με την πάροδο του χρόνου. Πρώτον, οι μεταβολές των ελληνικών αποδόσεων έχουν καταστεί ολοένα και πιο συσχετισμένες με τις μεταβολές των γερμανικών αποδόσεων. Δεύτερον, οι ειδήσεις σχετικά με τις εκδόσεις γερμανικού κρατικού χρέους επηρεάζουν ολοένα και περισσότερο τις ελληνικές αποδόσεις. Τρίτον, οι σημαντικές διαχυτικές επιδράσεις που έχουν σήμερα οι εκδόσεις γερμανικού χρέους στις ελληνικές αποδόσεις αποτυπώνονται στις αντιδράσεις της αγοράς στην ανακοίνωση μιας μεγάλης δημοσιονομικής επέκτασης στη Γερμανία.

Τα οφέλη από την επανενοποίηση του ελληνικού κρατικού χρέους στο ευρύτερο ευρωπαϊκό σύστημα αγορών ομολόγων είναι σαφή: η Ελλάδα μπορεί να δανείζεται και να αναχρηματοδοτεί το χρέος της με ευνοϊκά επιτόκια. Ωστόσο, η επανενοποίηση αυτή εκθέτει την Ελλάδα και σε νέους κινδύνους. Οι δυναμικές του χρέους στις χώρες του πυρήνα της Ευρωζώνης επηρεάζουν πλέον τις ελληνικές αποδόσεις στον ίδιο βαθμό με εκείνες των ίδιων των εκδοτριών χωρών.

Επιπλέον, παρά τη σημαντική σύγκλιση των κρατικών spreads, ο κίνδυνος μιας νέας διεύρυνσής τους παραμένει. Μια γενικευμένη επιδείνωση των θεμελιωδών μεγεθών της Ευρωζώνης θα μπορούσε να οδηγήσει τους επενδυτές σε εντονότερη διαφοροποίηση μεταξύ κρατικών εκδοτών. Ακόμη και με το ελληνικό spread στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 15 ετών, η διατήρηση συνετών δημοσιονομικών πολιτικών και η περαιτέρω μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ παραμένουν αναγκαίες, παράλληλα με τη στενή παρακολούθηση του εξελισσόμενου τοπίου κινδύνων.