Στο τέλος Ιανουαρίου, οι οφειλές προς την εφορία που χαρακτηρίζονται ως ανεπίδεκτες είσπραξης ξεπέρασαν τα 35 δισεκατομμύρια ευρώ, προσεγγίζοντας το 1/3 του συνολικού ποσού που υπερβαίνει τα 110 δισεκατομμύρια ευρώ. Η αύξηση από 27,31 δισεκατομμύρια ευρώ τον Οκτώβριο του 2025 σε 35,03 δισεκατομμύρια ευρώ δεν είναι τυχαία, καθώς προέρχεται κυρίως από μία και μόνο υπόθεση, ύψους 5,51 δισεκατομμυρίων ευρώ, που αφορά πρόστιμα ΚΒΣ ενός οφειλέτη και χαρακτηρίστηκε τον Νοέμβριο του 2025 ως ανεπίδεκτη είσπραξης. Αυτή η οφειλή παρέμενε για χρόνια στα «χαρτιά» της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) με μηδενικές πιθανότητες είσπραξης.

Η απόφαση για την κατάταξη των χρεών προς το δημόσιο σε εισπράξιμα και μη, ανάλογα με το ύψος της οφειλής, λαμβάνεται ως εξής:

  • Για ποσό έως 300.000 ευρώ, από τον προϊστάμενο της αρμόδιας ΔΟΥ ή τελωνειακής αρχής.
  • Για ποσά από 300.000 ευρώ έως 3 εκατομμύρια ευρώ, από τον διοικητή της ΑΑΔΕ.
  • Για ποσά άνω των 3 εκατομμυρίων ευρώ, η εισήγηση γίνεται αποκλειστικά από την Επιχειρησιακή Μονάδα Είσπραξης (ΕΜΕΙΣ).

Εφόσον πρόκειται για συνολική βασική οφειλή άνω του 1,5 εκατομμυρίου ευρώ, οι πράξεις αυτές κοινοποιούνται στην υπηρεσία Επιτρόπου του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το Δημόσιο και οι συμβεβαιωμένες οφειλές προς τρίτους χαρακτηρίζονται ως ανεπίδεκτες είσπραξης, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά τα ακόλουθα:

  • Έχουν ολοκληρωθεί οι έρευνες και δεν διαπιστώθηκε η ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και των συνυπόχρεων προσώπων.
  • Έχει υποβληθεί αίτηση ποινικής σε όσες περιπτώσεις συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις ή δεν είναι δυνατή η υποβολή αυτής.
  • Έχει πραγματοποιηθεί έλεγχος από ειδικά ορισμένο ελεγκτή της αρμόδιας υπηρεσίας της ΑΑΔΕ, ο οποίος πιστοποιεί, με βάση ειδικά αιτιολογημένη έκθεση ελέγχου, ότι είναι αντικειμενικά αδύνατη η είσπραξη των οφειλών.

Επιπλέον, ως ανεπίδεκτες είσπραξης χαρακτηρίζονται οφειλές και στις ακόλουθες περιπτώσεις:

  • Έχει παρέλθει χρονικό διάστημα τουλάχιστον 10 ετών από την υπαγωγή της επιχείρησης του οφειλέτη, φυσικού ή νομικού προσώπου, σε διαδικασία ειδικής εκκαθάρισης ή από τη λύση του νομικού προσώπου και η τρέχουσα συνολική αξία του ενεργητικού της υπό εκκαθάριση περιουσίας και της περιουσίας των συνυπόχρεων προσώπων είναι ιδιαίτερα μικρής αξίας σε σχέση με τη συνολική βασική ληξιπρόθεσμη οφειλή, η οποία δεν υπερβαίνει το 5% του ύψους της οφειλής και σε κάθε περίπτωση το ποσό των 100.000 ευρώ.
  • Η τρέχουσα συνολική αξία του ενεργητικού της υπό εκκαθάριση περιουσίας και της περιουσίας των συνυπόχρεων προσώπων υπερβαίνει το ποσό των 100.000 ευρώ, ως ανεπίδεκτη είσπραξης χαρακτηρίζεται η οφειλή που απομένει μετά την αφαίρεση του διπλάσιου ποσού της αξίας αυτών.
  • Αν ο οφειλέτης ή συνυπόχρεο πρόσωπο απεβίωσε χωρίς να καταλείπει οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο και ο επιζών σύζυγος ή μέρος συμφώνου συμβίωσης, τα τέκνα του οφειλέτη καθώς και οι εκ διαθήκης κληρονόμοι αυτού αποποιήθηκαν την επαχθείσα κληρονομιά.