Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια «γεωπολιτική και γεωοικονομική κατάσταση έκτακτης ανάγκης». Αν δεν κινηθεί γρήγορα, αν δεν επενδύσει στην οικονομία της και αν δεν άρει τα εμπόδια στην ανάπτυξη, κινδυνεύει να παρασυρθεί από την τεχνολογία των ΗΠΑ και τις εισαγωγές από την Κίνα. Το μήνυμα αυτό προέρχεται από τον Εμανουέλ Μακρόν. Σε συνέντευξή του σε διεθνή μέσα, λίγες ημέρες πριν από την κρίσιμη Σύνοδο της ΕΕ για την ανταγωνιστικότητα, ο Γάλλος πρόεδρος περιγράφει μια ήπειρο που ξυπνά απότομα, όχι επειδή το θέλει, αλλά επειδή οι παγκόσμιες ισορροπίες αλλάζουν με ρυθμούς που η Ευρώπη δεν προλαβαίνει. Προειδοποιεί ότι το μεγαλύτερο ρίσκο δεν είναι η κρίση αυτή καθαυτή, αλλά το ενδεχόμενο να υπάρξει «μια δειλή ανακούφιση» όταν η ένταση υποχωρήσει, κάτι που θα ήταν μοιραίο λάθος.
Ο Μακρόν μιλά για μία «στιγμή Γροιλανδίας» — τη στιγμή που οι Ευρωπαίοι συνειδητοποίησαν πόσο ευάλωτοι είναι. Η ανησυχία ότι οι ΗΠΑ μπορεί να απομακρύνονται, η ανοιχτή οικονομική πίεση από την Κίνα, αλλά και η εξάρτηση της Ευρώπης από αμερικανική τεχνολογία, ενέργεια και άμυνα, συγκλίνουν σε ένα συμπέρασμα: η Ευρώπη δεν ελέγχει τα βασικά εργαλεία ισχύος της. Το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό. Οι αμερικανικοί κολοσσοί κυριαρχούν στο cloud και στο λογισμικό που χρησιμοποιούν κυβερνήσεις και επιχειρήσεις. Η ευρωπαϊκή βιομηχανία πιέζεται από ένα νέο, επιταχυνόμενο «κινεζικό σοκ», με υπερπροσφορά και χαμηλό κόστος που διαβρώνουν κρίσιμους κλάδους – από τα χημικά έως τις πράσινες τεχνολογίες. Στο πεδίο της άμυνας, ακόμη και οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας παραδέχονται ότι χωρίς τις ΗΠΑ η ήπειρος δεν μπορεί να σταθεί μόνη της, τουλάχιστον όχι στο άμεσο μέλλον.
Ο Μακρόν επιχειρεί να μετατρέψει την «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» σε άλμα στρατηγικής αυτονομίας, αλλά βρίσκει απέναντί του έναν νέο άξονα: τους Μελόνι και Μερτς. Οι δύο ηγέτες, με κοινό προφίλ βιομηχανικής ατζέντας και έντονη ατλαντική αναφορά, προσπαθούν να «ξεκλειδώσουν» την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα με πιο γήινους όρους: λιγότερη ρητορική για “Buy European” και περισσότερη απορρύθμιση, ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς και νέες εμπορικές συμφωνίες. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ρώμη και το Βερολίνο προωθούν την ταχεία ενεργοποίηση του EU–Mercosur και γενικότερα το άνοιγμα σε συμφωνίες, σε μια γραμμή που συχνά συγκρούεται με το γαλλικό ένστικτο προστασίας – ιδίως στα αγροτικά.
Αυτό το δίπολο εξηγεί και το γιατί, λίγο πριν από τη Σύνοδο της 12ης Φεβρουαρίου, στήνεται «προ-σύνοδος» ομοϊδεατών: ο Μερτς δοκιμάζει να φτιάξει πλειοψηφικό ρεύμα υπέρ μιας ατζέντας. Μέσα σε αυτό το σκηνικό, η βιομηχανία ζητά άμεσα και χειροπιαστά πράγματα: φθηνότερη ενέργεια, ταχύτερες άδειες/δικτύα, πρόσβαση σε χρηματοδότηση και πιο ευέλικτους κανόνες κρατικών ενισχύσεων, καθώς και σκληρότερη –και γρηγορότερη– εμπορική άμυνα απέναντι στον κινεζικό υπερ-ανταγωνισμό. Στον πυρήνα της πίεσης βρίσκονται οι ενεργοβόροι κλάδοι, που μιλούν για κίνδυνο μη αναστρέψιμης αποβιομηχάνισης, ενώ κορυφαίοι παίκτες (όπως στη χημική βιομηχανία) ζητούν ακόμη και αναθεώρηση του ETS, λέγοντας ότι το κόστος άνθρακα και ενέργειας έχει γίνει δομικό μειονέκτημα.
Η πρόταση του Μακρόν δεν είναι γενική διακήρυξη, αλλά αρθρώνεται σε τέσσερις συγκεκριμένους άξονες. Πρώτον, δραστική απλοποίηση των ευρωπαϊκών κανονισμών, καθώς η ΕΕ πνίγεται στην ίδια της τη γραφειοκρατία την ώρα που οι ανταγωνιστές της κινούνται ταχύτερα. Δεύτερον, μείωση της εξάρτησης από περιορισμένο αριθμό μη ευρωπαϊκών προμηθευτών. Από το αμερικανικό φυσικό αέριο και το cloud, έως τον ρόλο του ευρώ διεθνώς, η Ευρώπη πρέπει να αποκτήσει εναλλακτικές και ανθεκτικότητα. Τρίτον, «ευρωπαϊκή προτίμηση» για κρίσιμες βιομηχανίες: χάλυβας, χημικά, άμυνα. Κρατικές ενισχύσεις και δημόσιες προμήθειες με ευρωπαϊκό αποτύπωμα. Ωστόσο, εδώ ξεσπά η σύγκρουση, καθώς η Γερμανία, η Ιταλία, οι χώρες του Βορρά και της Βαλτικής φοβούνται ότι η στρατηγική αυτονομία μεταμφιέζεται σε προστατευτισμό και ότι τελικά θα διώξει επενδύσεις από την ΕΕ. Τέταρτον, ένα μεγάλο άλμα στην καινοτομία, με δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις και ένα φιλόδοξο σχέδιο «ευρωομολόγων για το μέλλον» σε άμυνα, πράσινη τεχνολογία και τεχνητή νοημοσύνη, αξιοποιώντας τις υψηλές αποταμιεύσεις των Ευρωπαίων.
Στο πεδίο της άμυνας, η ΕΕ ήδη κινείται — αργά, αλλά κινείται. Το νέο κοινό πρόγραμμα προμηθειών επιβάλλει ευρωπαϊκό περιεχόμενο στα εξοπλιστικά συστήματα. Παράλληλα, ο Μακρόν επαναφέρει στο τραπέζι το προβληματικό κοινό ευρωπαϊκό πρόγραμμα αεράμυνας, επιμένοντας ότι χωρίς συνεργασία η Ευρώπη δεν θα αποκτήσει ποτέ ανταγωνιστικά συστήματα απέναντι στα αμερικανικά. Ωστόσο, οι αντιφάσεις παραμένουν. Οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης βλέπουν τις ΗΠΑ ως αναντικατάστατο πυλώνα απέναντι στη ρωσική απειλή. Άλλες κυβερνήσεις παραδέχονται ανοιχτά ότι η πλήρης απεξάρτηση από την αμερικανική τεχνολογία δεν είναι ρεαλιστική για χρόνια. Η Ευρώπη, στην πράξη, ισορροπεί ανάμεσα στην ανάγκη για αυτονομία και στον φόβο της αποδυνάμωσης της διατλαντικής σχέσης.
Η ειρωνεία είναι ότι ο πιο ηχηρός συναγερμός έρχεται από έναν ηγέτη με περιορισμένο πολιτικό κεφάλαιο. Ο Μακρόν δεν έχει κοινοβουλευτική πλειοψηφία και λιγότερο από ενάμιση χρόνο για να προωθήσει τις ιδέες του. Σε πολλές πρωτεύουσες υπάρχει σκεπτικισμός — αλλά όχι αδιαφορία. Γιατί, πέρα από τις διαφωνίες, λίγοι αμφισβητούν τη βασική του προειδοποίηση: η Ευρώπη είναι αργή, κατακερματισμένη και εξαρτημένη. Αν δεν αλλάξει πορεία σύντομα, οι αποφάσεις για το μέλλον της θα λαμβάνονται αλλού. Ο χρόνος, όπως λέει ο ίδιος, τελειώνει. Για την Ευρώπη — και, ίσως, και για εκείνον.