Η εικόνα που παρατηρούμε σήμερα ήταν αδιανόητη τη δεκαετία του ’90: μια χώρα που μόλις είχε βγει από τον κομμουνισμό να αποκτά επιχειρήσεις στη Γερμανία. Τρεις δεκαετίες αργότερα, η Πολωνία όχι μόνο βλέπει το ΑΕΠ της να ξεπερνά το ψυχολογικό όριο του 1 τρισ. δολαρίων, αλλά οι εταιρείες της εξαγοράζουν συστηματικά γερμανικές επιχειρήσεις – από την αυτοκινητοβιομηχανία και την πληροφορική έως τα τρόφιμα και τα logistics.
Σύμφωνα με στοιχεία που συγκέντρωσε το Bloomberg, πολωνικές εταιρείες ανακοίνωσαν 22 εξαγορές στη Δυτική Ευρώπη το 2025, αριθμός ρεκόρ, εκ των οποίων οι 9 αφορούσαν τη Γερμανία. Το 2026 ξεκινά ήδη με νέες συμφωνίες στο τραπέζι.
Όταν η Πολωνία εντάχθηκε στην ΕΕ το 2004, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Γερμανίας ήταν πάνω από τετραπλάσιο. Σήμερα, η απόσταση έχει μειωθεί αισθητά: το γερμανικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι περίπου διπλάσιο του πολωνικού, ενώ η ανάπτυξη λέει διαφορετική ιστορία. Το 2025, η πολωνική οικονομία αναπτύχθηκε κατά 3,6%, όταν η γερμανική περιορίστηκε στο 0,2%.
Η Γερμανία υπήρξε ο βασικός επενδυτής στην Πολωνία μετά την πτώση του Τείχους, με επενδύσεις περίπου 265 δισ. ζλότι σε δύο δεκαετίες. Σήμερα, όμως, η ροή αρχίζει να αντιστρέφεται: οι πολωνικές επιχειρήσεις επενδύουν στο εξωτερικό, αξιοποιώντας κεφάλαια που συσσώρευσαν σε μια περίοδο ταχείας σύγκλισης.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Wirtualna Polska Holding SA, η οποία προχώρησε σε εξαγορά ύψους 240 εκατ. ευρώ του ομίλου Invia, αποκτώντας τον έλεγχο της τρίτης μεγαλύτερης ταξιδιωτικής πλατφόρμας στη Γερμανία. Στον κλάδο της τεχνολογίας, η Spyrosoft SA απέκτησε τη γερμανική Embeddeers GmbH και διαπραγματεύεται νέα συμφωνία, καθώς οι πελάτες αναζητούν πλέον εξατομικευμένες υπηρεσίες και τοπική παρουσία. Στις μεταφορές, η Pesa Bydgoszcz SA συμφώνησε να εξαγοράσει τη γερμανική HeiterBlick GmbH, με τη στήριξη του κρατικού αναπτυξιακού ταμείου PFR.
Στα logistics, η InPost SA, που κάποτε βρέθηκε κοντά στη χρεοκοπία μετά από αποτυχημένη επέκταση στη Βρετανία, άλλαξε στρατηγική: αντί να «χτίζει» από το μηδέν, εξαγοράζει τοπικούς παίκτες και αποκτά άμεσα πρόσβαση στις αγορές. Σήμερα οι θυρίδες της είναι πανταχού παρούσες σε πολλές χώρες της Δυτικής Ευρώπης, ενώ επενδυτές με επικεφαλής την Advent International εξετάζουν πρόταση εξαγοράς που αποτιμά την εταιρεία στα 7,8 δισ. ευρώ.
Οι πρώτες απόπειρες πολωνικών brands να επεκταθούν απευθείας στη Δυτική Ευρώπη σκόνταψαν σε έλλειψη εμπειρίας. Σήμερα, η προσέγγιση είναι διαφορετική: εξαγορά υφιστάμενων εταιρειών, διατήρηση τοπικής διοίκησης και αξιοποίηση συνεργειών. Αυτή η στροφή αποτυπώνει μια βαθύτερη μεταβολή: η Πολωνία δεν λειτουργεί πλέον αποκλειστικά ως «εργοστάσιο χαμηλού κόστους» της Ευρώπης. Οι μισθοί έχουν αυξηθεί, η αυτοματοποίηση και η τεχνητή νοημοσύνη απειλούν κλάδους υπηρεσιών, ενώ οι ξένες άμεσες επενδύσεις επιβραδύνονται λόγω γεωπολιτικών κινδύνων και υψηλού ενεργειακού κόστους.
Παρά τις πολιτικές εντάσεις και τις κατηγορίες της αντιπολίτευσης ότι η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τουσκ διατηρεί υπερβολικά στενές σχέσεις με το Βερολίνο, η οικονομική πραγματικότητα είναι σαφής: η Πολωνία βρίσκεται στην πιο εύρωστη φάση της σύγχρονης ιστορίας της. Αναλυτές συγκρίνουν το σημερινό στάδιο ανάπτυξης της Πολωνίας με εκείνο της Νότιας Κορέας σε προηγούμενες δεκαετίες: μια χώρα που, έχοντας προσελκύσει ξένα κεφάλαια για χρόνια, αρχίζει πλέον να εξάγει δικά της.
Οι εξαγορές στη Γερμανία δεν είναι απλώς επιχειρηματικές πράξεις. Είναι συμβολική ανατροπή μιας σχέσης που επί δεκαετίες ήταν μονόδρομη. Εκεί όπου κάποτε οι γερμανικές εταιρείες αγόραζαν πολωνικά περιουσιακά στοιχεία, σήμερα οι Πολωνοί επιχειρηματίες διεκδικούν μερίδιο στην καρδιά της ευρωπαϊκής οικονομίας. Η φράση «οι Πολωνοί έρχονται», που κυκλοφορεί πλέον στα γερμανικά μέσα, δεν είναι προειδοποίηση. Είναι διαπίστωση μιας νέας οικονομικής ισορροπίας στην Ευρώπη.