Η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο αύξησης των επιτοκίων σε οποιαδήποτε συνεδρίαση, εάν η αύξηση των τιμών ενέργειας απειλήσει με ευρύτερο κύμα πληθωρισμού την Ευρωζώνη. Τα βλέμματα είναι στραμμένα στην αγορά κρατικού χρέους, καθώς οι αποδόσεις έχουν ξεπεράσει κρίσιμα «ψυχολογικά» επίπεδα, αν και χθες διορθώθηκαν πτωτικά λόγω της μείωσης των τιμών πετρελαίου. Αυτό κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για έξαρση του πληθωρισμού και σύσφιγξη της νομισματικής πολιτικής. Οι αγορές «τιμολογούν» τουλάχιστον δύο αυξήσεις επιτοκίων από την ΕΚΤ μέσα στο τρέχον έτος.

Στο παρελθόν, κάθε φορά που οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων ξεπερνούσαν σημαντικά υψηλά επίπεδα, η ΕΚΤ παρενέβαινε, καθώς οι έντονες αναταράξεις στις αγορές κρατικού χρέους σημαίνουν αύξηση του κόστους δανεισμού για τις κυβερνήσεις, εν μέσω υψηλών χρεών και ελλειμμάτων. Ένα πρόσφατο παράδειγμα είναι η κρίση του 2022, όταν ο πόλεμος στην Ουκρανία προκάλεσε απότομη αύξηση του πληθωρισμού, με τις αποδόσεις να εκτοξεύονται. Στο ιταλικό 10ετές, η απόδοση αυξήθηκε από κάτω από 1% το 2021 στο 4,5% έως 5% το 2022, με το spread έναντι της Γερμανίας να φτάνει τις 250 μονάδες βάσης. Αντίστοιχα, στο ελληνικό 10ετές, η απόδοση ανέβηκε από χαμηλότερα από 1% σε πάνω από 4% στις αρχές του 2023.

Η ΕΚΤ ανακοίνωσε τότε το εργαλείο TPI (Transmission Protection Instrument) για να αποτρέψει υπερβολικές αποκλίσεις, χωρίς ωστόσο να το χρησιμοποιήσει. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, η απόδοση του ιταλικού 10ετούς εκτινάχθηκε από το 1% στο 2,8% τον Μάρτιο του 2020, ενώ στο ελληνικό 10ετές έφτασε από το 1,2% κοντά στο 4%. Η ΕΚΤ αντέδρασε άμεσα με το έκτακτο πρόγραμμα αγορών PEPP, το οποίο βοήθησε τις ιταλικές αποδόσεις να επιστρέψουν στο 1% και τις ελληνικές κάτω από το 2%.

Στην κρίση χρέους της Ευρωζώνης το 2011, οι αποδόσεις βρέθηκαν σε μη βιώσιμα επίπεδα, με το ελληνικό 10ετές να φτάνει άνω του 40%. Η ΕΚΤ παρενέβη αρχικά με το πρόγραμμα SMP και κυρίως το 2012 με την ανακοίνωση του OMT από τον τότε πρόεδρο Μάριο Ντράγκι, ο οποίος είχε δηλώσει ότι θα κάνουν «ό,τι χρειαστεί». Στη σημερινή κρίση, η ΕΚΤ παρακολουθεί στενά τις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων, καθώς η απόδοση του γερμανικού 10ετούς εκτινάχθηκε πάνω από το 3% στην αρχή της εβδομάδας, για να αποκλιμακωθεί και πάλι κοντά στο 2,95% χθες.

Η πρόεδρος της ΕΚΤ τόνισε ότι, αν και η σημερινή κρίση είναι διαφορετική από αυτή του 2022, υπάρχουν λόγοι επαγρύπνησης. «Δεν θα παραλύσουμε από δισταγμό, διατηρούμε την άνευ όρων δέσμευσή μας για μεσοπρόθεσμο στόχο 2% και είμαστε έτοιμοι να προσαρμόσουμε τη νομισματική πολιτική μας σε οποιαδήποτε συνεδρίαση», δήλωσε χαρακτηριστικά. Τρία είναι τα πιθανά σενάρια αντίδρασης: πρώτον, σε ένα περιορισμένο και βραχύβιο σοκ, η ΕΚΤ δεν θα αλλάξει τη νομισματική πολιτική της. Δεύτερον, σε μία μεγάλη αλλά όχι ιδιαίτερα επίμονη υπέρβαση του στόχου, θα προχωρήσει σε μετρημένη προσαρμογή. Τρίτον, σε μία σημαντική και επίμονη απόκλιση, θα προχωρήσει σε ισχυρή και διαρκή προσαρμογή.

Η Τράπεζα της Αγγλίας είναι επίσης σε ύψιστο βαθμό επιφυλακής, με τις αγορές να «τιμολογούν» τρεις αυξήσεις επιτοκίων για φέτος. Η απόδοση του βρετανικού 10ετούς έχει αυξηθεί περίπου 50 μονάδες βάσης από την αρχή του πολέμου στο Ιράν, ξεπερνώντας πρόσφατα το 5%. Η ταχύτητα της ανόδου προκάλεσε σοβαρή αναταραχή στις αγορές και ανάγκασε την Τράπεζα της Αγγλίας να παρέμβει εκτάκτως.

Η Deutsche Bank προειδοποίησε ότι η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να επιταχύνει τη διάβρωση του καθεστώτος του πετροδολαρίου, καθώς μεγάλες οικονομίες αγοράζουν πετρέλαιο σε άλλα νομίσματα. Αυτή η αλλαγή θα μπορούσε να υπονομεύσει σοβαρά την ηγεμονία του δολαρίου στα αποθέματα των κεντρικών τραπεζών και στο παγκόσμιο εμπόριο.