Οι τιμές του αργού πετρελαίου υποχώρησαν την Πέμπτη, καθώς οι επενδυτές αξιολόγησαν τις προβλέψεις για αυξημένη προσφορά και ασθενέστερη ζήτηση, ενώ περιορίστηκαν οι ανησυχίες για κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή. Τα συμβόλαια Brent έκλεισαν στα 67,52 δολάρια το βαρέλι, μειωμένα κατά 1,88 δολάρια ή 2,71%, ενώ το αμερικανικό αργό West Texas Intermediate διαμορφώθηκε στα 62,84 δολάρια, καταγράφοντας απώλειες 1,79 δολαρίων ή 2,77%.

Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) αναθεώρησε προς τα κάτω την πρόβλεψη για την παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου το 2026, επισημαίνοντας ότι η αύξηση της κατανάλωσης θα είναι χαμηλότερη από τις προηγούμενες εκτιμήσεις, ενώ η αγορά αναμένεται να εμφανίσει σημαντικό πλεόνασμα προσφοράς. Οι τιμές είχαν αρχικά στηριχθεί από τις ανησυχίες για τις σχέσεις ΗΠΑ–Ιράν, όμως η αγορά άλλαξε κατεύθυνση μετά τη δημοσιοποίηση της μηνιαίας έκθεσης του IEA.

Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου δήλωσε ότι ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να αναζητά λύση στη διαμάχη με το Ιράν για το πυρηνικό του πρόγραμμα, εξέλιξη που ενδέχεται να μειώσει τον γεωπολιτικό κίνδυνο. Λίγη ώρα μετά, σε ερώτημα δημοσιογράφου στον Ντόναλντ Τραμπ αν υπάρχει χρονοδιάγραμμα για τη συμφωνία με το Ιράν, απάντησε «υποθέτω τον επόμενο μήνα, κάτι τέτοιο. Θα συμβεί πολύ γρήγορα».

Παράλληλα, η αγορά προεξοφλεί αύξηση της προσφοράς, με πιθανή ενίσχυση των εξαγωγών από χώρες όπως η Βενεζουέλα, ενώ τα αποθέματα αργού στις ΗΠΑ αυξήθηκαν σημαντικά την προηγούμενη εβδομάδα, περιορίζοντας τα περιθώρια ανόδου των τιμών. Στο μεταξύ, στοιχεία της αμερικανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών Ενέργειας έδειξαν ότι τα αποθέματα αργού αυξήθηκαν κατά 8,5 εκατομμύρια βαρέλια, φτάνοντας τα 428,8 εκατομμύρια, πολύ πάνω από τις εκτιμήσεις της αγοράς. Η αξιοποίηση των διυλιστηρίων στις ΗΠΑ υποχώρησε επίσης κατά 1,1 ποσοστιαία μονάδα, στο 89,4%.

Στην πλευρά της προσφοράς, οι θαλάσσιες εξαγωγές ρωσικών πετρελαϊκών προϊόντων αυξήθηκαν τον Ιανουάριο κατά περίπου 0,7% σε σχέση με τον Δεκέμβριο, φτάνοντας τα 9,12 εκατομμύρια τόνους, λόγω αυξημένης παραγωγής καυσίμων και εποχικής πτώσης της εγχώριας ζήτησης.