Το οικονομικό επιτελείο παραμένει σε πλήρη εγρήγορση, παρακολουθώντας στενά την κατάσταση στη Μέση Ανατολή και τις επιπτώσεις της στις αγορές, ιδιαίτερα στη διεθνή τιμή του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Σύμφωνα με τα μέχρι τώρα δεδομένα, στελέχη του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δηλώνουν ότι η οικονομική πολιτική δεν πρόκειται να αλλάξει. Ωστόσο, προετοιμάζονται για τυχόν δυσάρεστες εκπλήξεις.

Η διάρκεια της κρίσης θα καθορίσει πολλά, καθώς όσο περισσότερο διαρκεί η ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες για μέτρα στήριξης, ειδικά αν οι τιμές του πετρελαίου εκτιναχθούν σε επίπεδα που δεν έχουμε δει από το 2022, εντείνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις. Τον Μάρτιο του 2022, η τιμή του πετρελαίου είχε ξεπεράσει τα 100 δολάρια το βαρέλι, γεγονός που οδήγησε την κυβέρνηση να προχωρήσει σε επιδοτήσεις για τα καύσιμα σε φυσικά πρόσωπα και ελεύθερους επαγγελματίες με οικογενειακό εισόδημα έως 30.000 ευρώ.

«Το υπουργείο διαθέτει τα δημοσιονομικά και θεσμικά εργαλεία, αν οι συνθήκες το απαιτήσουν, με στόχο την προστασία της πραγματικής οικονομίας και τη διασφάλιση της συνέχισης των επενδυτικών παρεμβάσεων. Ωστόσο, απέχουμε από κάτι τέτοιο», σημείωναν χαρακτηριστικά αρμόδιες πηγές. Στον προϋπολογισμό του 2026 έχουν ενσωματωθεί δυσμενή σενάρια και τυχόν επιπτώσεις στην ελληνική οικονομία, οι οποίες είναι διαχειρίσιμες.

Μεταξύ των τριών σεναρίων που έχει προετοιμάσει το οικονομικό επιτελείο, αναφορικά με τους κινδύνους και τις αβεβαιότητες που μπορεί να προκύψουν κατά τη διάρκεια του έτους, αναφέρεται ότι ένας από τους κινδύνους σχετίζεται με τις τρέχουσες γεωπολιτικές εξελίξεις στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, οι οποίες μπορεί να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στη διεθνή οικονομική δραστηριότητα, κυρίως μέσω των τιμών της ενέργειας.

Αναφορικά με τον πληθωρισμό, τονίζεται ότι «ενδεχόμενη διατήρηση ή ενίσχυση των πληθωριστικών πιέσεων – ακόμη και σε επίπεδα σαφώς χαμηλότερα σε σχέση με τα προηγούμενα έτη – είναι πιθανό να επηρεάσει την οικονομική δραστηριότητα μέσω της επίδρασής της στην καταναλωτική συμπεριφορά των νοικοκυριών και στην επενδυτική ζήτηση». Στην περίπτωση που η τιμή του πετρελαίου εκτιναχθεί στα 100 δολάρια το βαρέλι, το υπουργείο Οικονομικών προβλέπει ότι σε πραγματικούς όρους οι εισαγωγές θα μειωθούν, καθώς η αρνητική επίδραση της αύξησης της τιμής του πετρελαίου στην εγχώρια ζήτηση υπερισχύει της επίδρασης στην αξία των εισαγωγών.

Σε ονομαστικούς όρους, οι εισαγωγές αναμένονται να αυξηθούν κατά 7,4% περίπου σε σχέση με το βασικό σενάριο, αλλά η αύξηση των εξαγωγών είναι αντίστοιχα υψηλή, με αποτέλεσμα το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών να επιδεινώνεται μόνο κατά 0,2%. Ταυτόχρονα, η μεγάλη αύξηση της τιμής του πετρελαίου οδηγεί σε ισχυρές πληθωριστικές πιέσεις, με τον δείκτη τιμών καταναλωτή να αυξάνεται κατά 4,7% σε σύγκριση με 2,2% που προβλέπεται στο βασικό σενάριο.

Ως αποτέλεσμα, αν και η αρνητική επίδραση στο πραγματικό ΑΕΠ είναι μεγαλύτερη σε σχέση με τα δύο πρώτα σενάρια, το ονομαστικό ΑΕΠ αυξάνεται ταχύτερα σε σχέση με το βασικό σενάριο λόγω του πληθωρισμού. Η ονομαστική μεγέθυνση οδηγεί σε μικρή βελτίωση του δημοσιονομικού ισοζυγίου, καθώς τα δημόσια έσοδα αυξάνονται κατά 1,4% σε σύγκριση με την αύξηση κατά 1% των δημόσιων δαπανών, ενώ συνεπάγεται και χαμηλότερο χρέος της Γενικής Κυβέρνησης κατά 1,4% σε σχέση με το βασικό σενάριο, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως στη θετική επίδραση του πληθωρισμού στον παρονομαστή του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.