«Εργάζομαι εδώ 39 ολόκληρα χρόνια και αυτή είναι η τελευταία μου μέρα στη δουλειά. Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι όλα αυτά θα μπορούσαν να συμβούν», δηλώνει ο Μπερντ, εργαζόμενος στην «Werkzeugbau Laichingen». Η εταιρεία, που έχει ιστορία 130 ετών, κατάφερε να επιβιώσει από δύο Παγκόσμιους Πολέμους, τον Ψυχρό Πόλεμο και την πετρελαϊκή κρίση του ’70, αλλά δυστυχώς δεν μπόρεσε να ξεπεράσει την κρίση που πλήττει σήμερα τη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία.
Η εταιρεία ήταν ειδικευμένη στην κατασκευή μηχανημάτων μεταλλουργίας για την αυτοκινητοβιομηχανία και απασχολούσε 100 εργαζόμενους. «Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, αναγκαζόμασταν να ακυρώνουμε παραγγελίες λόγω υπερβολικής δουλειάς, αλλά τώρα όλα τελείωσαν», προσθέτει απογοητευμένος ο Μπερντ, καθώς αποχαιρετά την εταιρεία, η οποία έχει κηρυχθεί σε πτώχευση αδυνατώντας να αποπληρώσει τα χρέη της.
Σύμφωνα με το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο DIHK, τουλάχιστον 22.000 μικρές, μεσαίες και μεγάλες εταιρείες σε όλη τη Γερμανία βίωσαν παρόμοια κατάσταση το 2025, με πάνω από 280.000 ανθρώπους να χάνουν τις δουλειές τους. Η οικονομική και βιομηχανική κρίση πλήττει ανελέητα την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, χωρίς περιφερειακές διακρίσεις. Το φαινόμενο ντόμινο έχει επηρεάσει τις αυτοκινητοβιομηχανίες, τις μηχανολογικές και τις χαλυβουργικές βιομηχανίες.
Οι πτωχεύσεις έχουν αυξηθεί κατά 23% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, με τις ζημίες από τα επισφαλή χρέη των υπό πτώχευση εταιρειών να υπερβαίνουν τα 57 δισεκατομμύρια ευρώ. Οι κύριες αιτίες της αύξησης των πτωχεύσεων περιλαμβάνουν την εκτόξευση του ενεργειακού κόστους, την ασφυκτική γραφειοκρατία και την κατάρρευση της παγκόσμιας ζήτησης. Επιπλέον, ο ανταγωνισμός από την Άπω Ανατολή, ιδίως την Κίνα, και η «Πράσινη Συμφωνία» επιβαρύνουν την παραδοσιακή γερμανική βιομηχανία.
Η κατάσταση στην βιομηχανική περιοχή της Στουτγάρδης είναι δραματική, με εκατοντάδες πτωχεύσεις και χιλιάδες ανέργους. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, αυτή ήταν μία από τις πλουσιότερες και πιο παραγωγικές περιοχές στη Γερμανία και την Ευρώπη. Μόνο στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας, σχεδόν 50.000 θέσεις εργασίας χάθηκαν σε ένα χρόνο.
Η εταιρεία κατασκευής φορτηγών και λεωφορείων MAN ανακοίνωσε μείωση του εργατικού δυναμικού κατά 2.300 άτομα. Οι κλινικές και τα νοσοκομεία επίσης αντιμετωπίζουν λουκέτα και πτωχεύσεις, ενώ οι τομείς της μεταποίησης και των τροφίμων παραμένουν σταθεροί. Η εστίαση στις νέες τεχνολογίες και την ψηφιοποίηση δεν έχει αποδώσει καρπούς, με την οικονομία να βιώνει το ένατο συνεχόμενο τρίμηνο χωρίς σημάδια ανάπτυξης.
Ο Πήτερ Λάιμπιγκερ, πρόεδρος της BDI, προειδοποίησε ότι η γερμανική οικονομία βιώνει τη βαθύτερη κρίση της από την ίδρυση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας, ενώ ο Μάρτσελ Φράτσερ, πρόεδρος του Γερμανικού Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών (DIW), τόνισε ότι οι πτωχεύσεις μπορούν να θεωρηθούν ως απαραίτητο εργαλείο για οικονομική ανανέωση.
Η δραματική αυτή κατάσταση έχει άμεσες επιπτώσεις και στα νοικοκυριά. Σύμφωνα με μελέτη της Ομοσπονδιακής Στατιστικής Υπηρεσίας (Destatis), τα νοικοκυριά στη Γερμανία ξοδεύουν περισσότερο το 64% των χρημάτων τους σε στέγαση και τρόφιμα. Ειδικά για τα νοικοκυριά με καθαρό εισόδημα κάτω από 1300 ευρώ, το κόστος διαβίωσης καταναλώνει ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους.