Η προοπτική αποκλιμάκωσης της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή προσέφερε ανάσες στη Wall Street κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης της Δευτέρας, μετά από μια παρατεταμένη περίοδο πιέσεων που οδήγησε τους δείκτες της αμερικανικής αγοράς στα χαμηλότερα επίπεδα της χρονιάς. Στο ταμπλό, ο Dow Jones ενισχύθηκε κατά 631 μονάδες ή 1,38% φτάνοντας τις 46.208 μονάδες, ο S&P 500 κατέγραψε άνοδο 1,15% στις 6.581 μονάδες και ο Nasdaq σημείωσε αύξηση 1,38% φτάνοντας τις 21.956 μονάδες. Ωστόσο, στα επίπεδα αυτά, και οι τρεις δείκτες περιόρισαν τα αρχικά τους κέρδη. Στα υψηλά της συνεδρίασης, αμέσως μετά τις δηλώσεις του προέδρου Τραμπ, όλοι οι δείκτες κέρδισαν πάνω από 2%, με τον Dow να προσθέτει πάνω από 1.000 μονάδες και τον Nasdaq να ανεβαίνει 2,5%.

Η ανατροπή του κλίματος επηρεάσε και τις αγορές ομολόγων, με τους κρατικούς τίτλους να κινούνται ανοδικά, καλύπτοντας τις προηγούμενες απώλειες και ωθώντας προς τα κάτω τις αποδόσεις. Η απόδοση του 10ετούς ομολόγου μειώθηκε κατά έξι μονάδες στο 4,33%, ενώ του 2ετούς ομολόγου έχασε περίπου επτά μονάδες, φτάνοντας το 3,82%. Η αναστροφή στους δείκτες ήρθε μετά από τις δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος ανέφερε ότι προσφέρει μια πενθήμερη «ανάσα» στο Ιράν, φρενάροντας πλήγματα σε ενεργειακές υποδομές και αναφέροντας νέες συνομιλίες με την Τεχεράνη, οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε συμφωνία και τερματισμό της σύγκρουσης.

«Θέλω απλώς να υπάρχει όσο το δυνατόν περισσότερο πετρέλαιο στο σύστημα», δήλωσε ο Τραμπ, προσθέτοντας ότι οι ενεργειακές τιμές θα «καταρρεύσουν» μόλις επιτευχθεί συμφωνία. Αργότερα, επανέλαβε ότι «τώρα έχουμε άλλη μια ευκαιρία να τερματίσουμε τη διαδικασία, να φτάσουμε σε συμφωνία και αυτό θα φέρει ασφάλεια σε όλο τον πλανήτη. Αυτά είναι καλά νέα και από οικονομικής άποψης. Αν το καταφέρουμε, οι επιπτώσεις θα είναι σημαντικές για την οικονομία και τον κόσμο». Ωστόσο, η άρνηση της ιρανικής κυβέρνησης να επιβεβαιώσει τις συνομιλίες με τις ΗΠΑ περιορίζει τη δυναμική των αγορών.

«Αν και αυτή η αλλαγή ρητορικής αποτελεί ενθαρρυντική εξέλιξη, θεωρούμε ότι η πιο σαφής ένδειξη ουσιαστικής αποκλιμάκωσης θα είναι η αποκατάσταση των ροών πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ», δήλωσε ο Μπροκ Βάιμερ της Edward Jones. Πράγματι, οι πετρελαϊκές τιμές διόρθωσαν σημαντικά, με το Brent να χάνει περίπου 11,5% και να πέφτει κάτω από το ψυχολογικό όριο των 100 δολαρίων το βαρέλι. Το αν η ανάκαμψη στη Wall Street θα έχει συνέχεια θα εξαρτηθεί από την επιβεβαίωση των δηλώσεων Τραμπ και την πιθανότητα τερματισμού του πολέμου.

«Η αγορά ξύπνησε με δυνητικά θετικά νέα», σχολίασε ο Κρις Λάρκιν της E*Trade από τη Morgan Stanley. «Ωστόσο, για να έχει συνέχεια οποιοδήποτε ράλι ανακούφισης, θα απαιτηθεί απτή πρόοδος στο γεωπολιτικό πεδίο. Παραμένουμε σε μια αγορά που καθοδηγείται από τις ειδήσεις». Ο Κρίσνα Γκούχα της Evercore συμφώνησε, λέγοντας ότι είναι αδύνατο να γνωρίζουμε αν αυτό σηματοδοτεί πραγματική πρόοδο ή αν πρόκειται για ελιγμούς του Τραμπ προκειμένου να κερδίσει χρόνο.

Η μεταστροφή του κλίματος αποτυπώθηκε και στα προγνωστικά για την πορεία της νομισματικής πολιτικής της Fed, με τις αγορές να εγκαταλείπουν μέρος των σεναρίων αυστηρότερης στάσης. Η πιθανότητα νέας αύξησης επιτοκίων έως το τέλος του έτους υποχώρησε στο 15% από επίπεδα άνω του 25%, ενώ ενισχύθηκε η εκτίμηση ότι η Fed θα κινηθεί πιο προσεκτικά. Το βασικό σενάριο παραμένει η διατήρηση των επιτοκίων στα τρέχοντα επίπεδα, με πιθανότητα που προσεγγίζει το 70%-75%, την ώρα που οι αγορές αποδίδουν υψηλή πιθανότητα — άνω του 95% — σε μια βραχυπρόθεσμη παύση.

Στο ταμπλό των κερδισμένων κυριάρχησαν εταιρείες που επωφελούνται άμεσα από τη μείωση του γεωπολιτικού ρίσκου και την πτώση του πετρελαίου, όπως οι Norwegian Cruise Line, United Airlines, Tesla και Super Micro Computer. Οι εταιρείες ταξιδιών και αερομεταφορών ενισχύθηκαν καθώς η υποχώρηση των τιμών καυσίμων βελτιώνει τα περιθώρια κέρδους τους, ενώ η Tesla κινήθηκε ανοδικά με φόντο επενδυτικό ενδιαφέρον γύρω από το νέο project ημιαγωγών. Στους κερδισμένους συγκαταλέγονται επίσης εταιρείες όπως η Synopsys και η Albemarle, που ωφελήθηκαν από εταιρικές εξελίξεις ή από επανατοποθετήσεις χαρτοφυλακίων σε τεχνολογία και πρώτες ύλες, καθώς και τραπεζικοί όμιλοι όπως οι JPMorgan Chase και Morgan Stanley. Αντίθετα, οι ενεργειακές εταιρείες δέχθηκαν πιέσεις ακολουθώντας την καθοδική τροχιά του πετρελαίου, ενώ εταιρείες που είχαν επωφεληθεί από το ράλι των πρώτων υλών βρέθηκαν αντιμέτωπες με ρευστοποιήσεις και κατοχύρωση κερδών.