Οι αποδόσεις των γερμανικών κρατικών ομολόγων αυξήθηκαν στο υψηλότερο επίπεδο από τον Μάρτιο, μετά από δηλώσεις ανώτερου στελέχους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που εξέφρασε την άποψη ότι οι επενδυτές στοιχηματίζουν σε αύξηση των επιτοκίων. Οι αποδόσεις των 10ετών γερμανικών ομολόγων ενισχύθηκαν κατά τρεις μονάδες βάσης, φτάνοντας το 2,83%, ενώ οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων τίτλων είναι οι υψηλότερες από το 2011. Αντίθετα, οι αποδόσεις στις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο παραμένουν κοντά στα χαμηλά του έτους, μακριά από τα φετινά υψηλά.
Η Ιζαμπέλ Σνάμπελ, μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, ήταν η πρώτη που υπονόησε ότι τα ευρωπαϊκά επιτόκια έχουν φτάσει σε «πάτο» μετά από μειώσεις συνολικού ύψους δύο ποσοστιαίων μονάδων. Οι αγορές χρήματος ενίσχυσαν την άποψη ότι ο κύκλος χαλάρωσης έχει τελειώσει, με τους επενδυτές να προβλέπουν μόλις τρεις μονάδες βάσης μειώσεων μέχρι τα μέσα του επόμενου έτους, από τέσσερις την προηγούμενη εβδομάδα.
«Οι αποδόσεις των Bund αγγίζουν κρίσιμα επίπεδα, κάτι που ενισχύθηκε από τις δηλώσεις της Σνάμπελ σήμερα το πρωί», ανέφερε ο στρατηγικός αναλυτής της Commerzbank, Χάουκε Ζιμσεν, σε σημείωμά του προς πελάτες. Τα γερμανικά ομόλογα έχουν υστερήσει σε σχέση με τα διεθνή από τότε που η γερμανική κυβέρνηση παρουσίασε το σχέδιο αξιοποίησης εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ σε άμυνα και υποδομές, γεγονός που προκάλεσε τον εντονότερο «sell-off» ομολόγων των τελευταίων 35 ετών τον Μάρτιο.
Παρά την εξομάλυνση της κατάστασης τους επόμενους μήνες, οι ανησυχίες επανήλθαν μετά την έγκριση του προϋπολογισμού του 2026, ο οποίος περιλαμβάνει 98 δισ. ευρώ καθαρού νέου ομοσπονδιακού δανεισμού. Επιπλέον, η κυβέρνηση ενέκρινε πρόσφατα ένα αμφιλεγόμενο νομοσχέδιο για τις συντάξεις, το οποίο αναμένεται να αυξήσει τις δημόσιες δαπάνες και το δημοσιονομικό έλλειμμα.
«Το μέγεθος της αναμενόμενης διεύρυνσης του κυκλικά προσαρμοσμένου δημοσιονομικού ελλείμματος στη Γερμανία μας κάνει βέβαιους ότι οι αποδόσεις των Bund θα αυξηθούν στο 3% και υψηλότερα τα επόμενα τρίμηνα», δήλωσε ο στρατηγικός αναλυτής της Goldman Sachs, Τζορτζ Κόουλ, σε σημείωμα προς επενδυτές.