Το δολάριο βρίσκεται υπό πίεση, με τον χρυσό και το ασήμι να παρουσιάζουν έντονες διακυμάνσεις, ενώ οι μετοχές είναι νευρικές ενόψει των αποτιμήσεων και της «μανίας» της τεχνητής νοημοσύνης. Παράλληλα, στην αγορά ομολόγων επικρατεί σχεδόν ευφορία. Οι επενδυτές απορροφούν με απληστία χρέος εταιρειών, πολιτειών και δήμων των ΗΠΑ, συμπιέζοντας τα spreads σε επίπεδα που θυμίζουν άλλες εποχές, όπως αναφέρει η Wall Street Journal.
Spreads σε ιστορικά χαμηλά
Το «ασφάλιστρο κινδύνου» που ζητούν οι επενδυτές για να κρατούν εταιρικά ομόλογα υψηλής διαβάθμισης αντί για τα υπερ-ασφαλή αμερικανικά κρατικά ομόλογα υποχώρησε στα τέλη Ιανουαρίου στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 27 ετών. Στα ομόλογα χαμηλής διαβάθμισης, τα spreads άγγιξαν χαμηλό 18ετίας. Στην αγορά δημοτικών ομολόγων των 4 τρισ. δολαρίων, η διαφορά αποδόσεων μεταξύ τίτλων ΑΑΑ και ΒΒΒ βρίσκεται κοντά σε χαμηλό διετίας. Το μήνυμα είναι σαφές: οι αγορές χρέους δεν «αγοράζουν» τον φόβο που κυριαρχεί αλλού.
Η ΑΙ πυροδοτεί νέο κύμα δανεισμού
Η τεχνητή νοημοσύνη λειτουργεί ως επιταχυντής. Τον ίδιο μήνα, οι Oracle και Alphabet άντλησαν συνολικά 45 δισ. δολάρια μέσω έκδοσης ομολόγων σε δολάρια, για να χρηματοδοτήσουν επενδύσεις σε υποδομές ΑΙ. Η ζήτηση ήταν τόσο ισχυρή ώστε η Alphabet προχώρησε και σε διεθνείς εκδόσεις 11,5 δισ. σε στερλίνες και ελβετικά φράγκα, περιλαμβάνοντας ακόμη και «ομόλογο αιώνα» 1 δισ. λιρών με λήξη το 2126 — σπάνιο δείγμα εμπιστοσύνης σε τόσο μακρύ ορίζοντα. Από τα 45 δισ. δολάρια που εξέδωσαν οι δύο κολοσσοί, τα 17 δισ. αφορούν τίτλους με διάρκεια 20 ετών και άνω, σε μια αγορά όπου η προσφορά μακροπρόθεσμου χρέους παραμένει περιορισμένη.
Το παράδοξο της προσφοράς και ζήτησης
Μετά την εκτίναξη των επιτοκίων τα τελευταία τέσσερα χρόνια, πολλές εταιρείες απέφυγαν να «κλειδώσουν» υψηλό κόστος δανεισμού σε βάθος 20ετίας ή 30ετίας. Το ποσοστό έκδοσης τόσο μακροπρόθεσμων ομολόγων υποχώρησε στο 13% το 2025, από περίπου 30% το 2021. Το αποτέλεσμα είναι ένα δομικό έλλειμμα προσφοράς σε σχέση με τη ζήτηση — ιδίως από θεσμικούς επενδυτές στην Ασία, όπως ασφαλιστικές εταιρείες στην Ιαπωνία και την Ταϊβάν, που αναζητούν τίτλους μεγάλης διάρκειας. Αυτή η ανισορροπία συμπιέζει τα spreads σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.
Το στοίχημα στις μειώσεις της Fed
Ένας ακόμη κρίσιμος παράγοντας είναι ότι τα αμερικανικά yields παραμένουν υψηλότερα σε σχέση με τις περισσότερες ανεπτυγμένες αγορές. Οι επενδυτές εκτιμούν ότι η Federal Reserve διαθέτει μεγαλύτερο περιθώριο μείωσης επιτοκίων στο προσεχές διάστημα. Αν αυτό επιβεβαιωθεί, τα ήδη εκδοθέντα ομόλογα με υψηλότερα κουπόνια θα γίνουν ακόμη πιο ελκυστικά, οδηγώντας σε κεφαλαιακά κέρδη. Το trade είναι ξεκάθαρο: «κλειδώνουμε» αποδόσεις σήμερα, ποντάροντας σε πτώση επιτοκίων αύριο.
Εφησυχασμός ή ψυχραιμία;
Δεν συμφωνούν όλοι. Ορισμένοι στη Wall Street θεωρούν ότι τα σημερινά spreads δεν αποζημιώνουν επαρκώς για τον κίνδυνο. Η πολιτική αβεβαιότητα, οι γεωπολιτικές εντάσεις — από τη ρητορική για τη Γροιλανδία έως τη σύγκρουση με το Ιράν — και τα περιστατικά εταιρικών καταρρεύσεων (όπως οι Tricolor Holdings και First Brands) υπενθυμίζουν ότι ο πιστωτικός κύκλος δεν έχει καταργηθεί. Πέρυσι, τα spreads είχαν εκτοξευθεί προσωρινά μετά τις αιφνίδιες χρεοκοπίες, με τον CEO της JPMorgan να μιλά για «κατσαρίδες» στην αγορά — υπαινιγμός ότι συχνά μια κρίση αποκαλύπτει περισσότερα προβλήματα. Σήμερα, όμως, η νευρικότητα έχει υποχωρήσει. Ακόμη και η μαζική έκδοση ομολόγων από hyperscalers της ΑΙ δεν κατάφερε να «πνίξει» τη ζήτηση.
Το παράδοξο των δημοτικών ομολόγων
Στην αγορά municipal bonds, οι επενδυτές συνεχίζουν να απορροφούν μαζικές εκδόσεις, παρά τις συζητήσεις για πιέσεις στους κρατικούς προϋπολογισμούς και τις επιπτώσεις της μεταναστευτικής πολιτικής. Μετά από 15 χρόνια περιορισμένης προσφοράς — κληρονομιά της κρίσης 2008–2009 — τα αφορολόγητα κουπόνια παραμένουν ελκυστικά για τα εύπορα αμερικανικά νοικοκυριά. Η εικόνα είναι εντυπωσιακή: ακόμη και τίτλοι χαμηλότερης διαβάθμισης βρίσκουν αγοραστές χωρίς ιδιαίτερη αντίσταση.
Το μεγάλο ερώτημα
Η αγορά ομολόγων στέλνει σήμερα μήνυμα εμπιστοσύνης στην αμερικανική οικονομία — και στην ικανότητα των επιχειρήσεων να μετατρέψουν την ΑΙ σε μελλοντικά κέρδη. Το ερώτημα είναι αν πρόκειται για ώριμη αποτίμηση ρίσκου ή για επικίνδυνο εφησυχασμό. Αν η προσφορά αυξηθεί σημαντικά — λόγω εξαγορών, συγχωνεύσεων ή περαιτέρω επενδύσεων στην ΑΙ — και αν η πολιτική ή γεωπολιτική αβεβαιότητα ενταθεί, τα spreads θα μπορούσαν να διευρυνθούν απότομα. Προς το παρόν, όμως, η αγορά έχει αποφασίσει: το ρίσκο τιμολογείται χαμηλά — και η δίψα για απόδοση παραμένει ακόρεστη.