Ο στρατηγικός αναλυτής της Deutsche Bank, Τζορτζ Σαραβέλος, που είχε προκαλέσει την έντονη ενόχληση του Αμερικανού υπουργού Οικονομικών πριν από έναν μήνα, επιστρέφει με ακόμη πιο αιχμηρές θέσεις. Σύμφωνα με τον Σαραβέλο, το δολάριο δεν είναι πλέον ασφαλές καταφύγιο, τουλάχιστον όχι όπως το έχουμε συνηθίσει.

Τον Ιανουάριο, ο Σαραβέλος είχε προκαλέσει αντιδράσεις όταν άφησε να εννοηθεί ότι οι Ευρωπαίοι επενδυτές θα μπορούσαν να πουλήσουν αμερικανικά ομόλογα, εάν ο πρόεδρος Τραμπ προχωρούσε σε τιμωρητικούς δασμούς. Ο Scott Bessent, απαντώντας, είχε δηλώσει ότι ο CEO της Deutsche Bank δεν συμμερίζεται αυτή την άποψη.

Τώρα, ο Σαραβέλος εστιάζει στο δολάριο, το θεμέλιο της αμερικανικής χρηματοπιστωτικής ισχύος. Παραδοσιακά, σε περιόδους αναταραχής, το δολάριο ενισχύεται καθώς οι επενδυτές αναζητούν ασφάλεια. Ωστόσο, η ανάλυση της Deutsche Bank δείχνει ότι η σχέση του δείκτη δολαρίου DXY με τον S&P 500 έχει αλλάξει. Ο Σαραβέλος υποστηρίζει ότι το δολάριο έχει αποσυνδεθεί από τον S&P 500, και δεν λειτουργεί πλέον ως αντιστάθμιση κινδύνου όταν οι μετοχές υποχωρούν.

Αυτή η παρατήρηση δεν αφορά μόνο το πρόσφατο διάστημα, αλλά και μακροπρόθεσμα. Από τη δεκαετία του 1980, όταν η αμερικανική αγορά μετοχών γίνεται πιο ριψοκίνδυνη, το δολάριο παύει να λειτουργεί αποτελεσματικά ως καταφύγιο. Ο Σαραβέλος επισημαίνει ότι η Wall Street έχει καταστεί πιο εύθραυστη, με την υπερσυγκέντρωση στην τεχνητή νοημοσύνη και τους φόβους «κανιβαλισμού» επιχειρηματικών μοντέλων να αυξάνουν το ρίσκο της αμερικανικής αγοράς.

Εάν η πηγή της αρνητικής δυναμικής στις αγορές βρίσκεται εντός των ΗΠΑ, τότε είναι «απολύτως πιθανό» το δολάριο να υποχωρεί ταυτόχρονα με τις μετοχές, όπως συνέβη την περίοδο της φούσκας των dot-com το 2002. Με άλλα λόγια, εάν η Αμερική είναι το πρόβλημα, το νόμισμά της δεν μπορεί να είναι η λύση.

Για τη Deutsche Bank, ο σημαντικότερος παράγοντας στις αποφάσεις αντιστάθμισης συναλλαγματικού κινδύνου είναι η ιστορική σχέση δολαρίου – αμερικανικών μετοχών. Εάν το δολάριο δεν λειτουργεί ως αποτελεσματικό hedge, αυξάνεται το κίνητρο μείωσης της έκθεσης σε αυτό. Η τράπεζα διατηρεί «αρνητική» στάση για το αμερικανικό νόμισμα, υποστηρίζοντας ότι η αμερικανική «υπεροχή» φθίνει.

Πιο ελκυστικά νομίσματα, σύμφωνα με τον Σαραβέλο, είναι αυτά που προέρχονται από χώρες με ηπιότερες δημοσιονομικές συνθήκες και χαμηλές τιμές πετρελαίου, όπως το αυστραλιανό δολάριο και τα σκανδιναβικά νομίσματα. Το μήνυμα είναι σαφές: ο «μύθος» του δολαρίου ως αυτόματου ασφαλούς καταφυγίου δοκιμάζεται, και εάν αυτή η δοκιμασία παγιωθεί, τότε δεν πρόκειται απλώς για μια συναλλαγματική μεταβολή, αλλά για ένδειξη βαθύτερης μετατόπισης στην παγκόσμια οικονομική ισορροπία.

Στο ευρύτερο γεωοικονομικό πλαίσιο, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν το δολάριο αποδυναμώνεται ως ασφαλές καταφύγιο, αλλά και ποιοι επιχειρούν να καλύψουν το κενό. Πρώτος «διεκδικητής» παραμένει το ευρώ, το οποίο, παρά τα διαρθρωτικά του προβλήματα, είναι το δεύτερο σημαντικότερο αποθεματικό νόμισμα παγκοσμίως. Η ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής δαπάνης και η βαθύτερη ενοποίηση των κεφαλαιαγορών δημιουργούν μεγαλύτερο «βάθος» αγοράς.

Παράλληλα, το κινεζικό γιουάν ενισχύει τον ρόλο του στο παγκόσμιο εμπόριο, κυρίως μέσω διμερών συμφωνιών και διακανονισμών εκτός δολαρίου. Η Κίνα προωθεί διακανονισμούς σε γουάν, προσπαθώντας να μειώσει την εξάρτηση από το αμερικανικό νόμισμα. Ωστόσο, οι κεφαλαιακοί περιορισμοί περιορίζουν τη διεθνή εμβέλεια του γιουάν.

Στον «χάρτη» μπαίνουν επίσης νομίσματα οικονομιών με ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη, όπως το ελβετικό φράγκο και το ιαπωνικό γεν. Το συμπέρασμα είναι ότι δεν υπάρχει ακόμη «αντικαταστάτης» του δολαρίου με το ίδιο βάθος και ρευστότητα, αλλά υπάρχει μια σταδιακή πολυκεντρική τάση, όπου περισσότερα νομίσματα διεκδικούν μερίδιο επιρροής. Σε έναν κόσμο λιγότερο μονοπολικό, η κυριαρχία του δολαρίου είναι υπό διαπραγμάτευση.