Σταθεροποιητικές τάσεις επικράτησαν στα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια στη συνεδρίαση της Πέμπτης, καθώς οι επενδυτές αξιολογούσαν τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και τα εταιρικά αποτελέσματα που ανακοινώνονται αυτή την περίοδο. Οι αυξανόμενες ανησυχίες για τη ναυσιπλοΐα στα στρατηγικής σημασίας Στενά του Ορμούζ επιβάρυναν το επενδυτικό κλίμα, όμως τα ισχυρά εταιρικά αποτελέσματα λειτούργησαν εξισορροπητικά, δίνοντας ώθηση σε συγκεκριμένες μετοχές και κλάδους.
Έτσι, ο πανευρωπαϊκός δείκτης STOXX 600 έκλεισε οριακά σε θετικό έδαφος, με αύξηση 0,05% και 614,20 μονάδες. Στις μεγάλες αγορές της περιοχής, ο γερμανικός DAX υποχώρησε κατά 0,16% στις 24.155 μονάδες, όπως και ο FTSE 100 στο Λονδίνο που έχασε 0,19% στις 10.457 μονάδες. Αντίθετα, ο γαλλικός CAC 40 ενισχύθηκε 0,87% στις 8.227 μονάδες, με βασικό μοχλό τη μετοχή της L’Oreal, η οποία εκτινάχθηκε κατά 9% μετά την ανακοίνωση του ταχύτερου ρυθμού τριμηνιαίας ανάπτυξης των πωλήσεων τα τελευταία δύο χρόνια.
Στην περιφέρεια, ο FTSE MIB στο Μιλάνο κέρδισε 0,26% στις 47.907 μονάδες, ενώ ο IBEX 35 διαμορφώθηκε στις 17.885 μονάδες, μειωμένος κατά 0,67%. Οι εξελίξεις από το μέτωπο της Μέσης Ανατολής εξακολουθούν να αποτελούν πηγή ανησυχίας, παρά την παράταση της εκεχειρίας με το Ιράν που ανακοίνωσε ο Αμερικανός πρόεδρος την Τρίτη. Το μέλλον των συνομιλιών παραμένει αβέβαιο, ιδιαίτερα μετά την επίθεση του Ιράν σε τρία πλοία και την κατάσχεση δύο εξ αυτών στα Στενά του Ορμούζ, καθώς και τον συνεχιζόμενο αμερικανικό αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών και ακτών.
Ορισμένα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης υποστήριξαν ότι είναι πιθανόν να γίνουν νέες διαπραγματεύσεις ακόμη και από την Παρασκευή, ωστόσο τίποτε δεν έχει επιβεβαιωθεί. Όσο τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν μπλοκαρισμένα, το ράλι των πετρελαϊκών τιμών θα συνεχίζεται. Στη συνεδρίαση της Πέμπτης, η τιμή του Brent συμβολαίων Ιουνίου πρόσθεσε 1,6%, φτάνοντας τα 103,50 δολάρια, ενώ η τιμή του αμερικάνικου αργού WTI σκαρφάλωσε στα 94,32 δολάρια το βαρέλι. Αξιοσημείωτο είναι ότι και οι δύο δείκτες εκτινάχθηκαν κατά πάνω από 3 δολάρια στη συνεδρίαση της Τετάρτης.
Τα νεότερα στοιχεία για την επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ευρωζώνη αποτυπώνουν το οικονομικό κόστος της κρίσης και του νέου ενεργειακού σοκ που πλήττει την Ευρώπη. Ο σύνθετος δείκτης PMI υποχώρησε στις 48,6 μονάδες από 50,7 τον Μάρτιο, περνώντας σε ζώνη συρρίκνωσης και διαψεύδοντας τις προσδοκίες των αγορών. Ο κλάδος υπηρεσιών δέχθηκε το μεγαλύτερο πλήγμα, με τον σχετικό δείκτη να κατρακυλά στις 47,4 μονάδες, καθώς η αβεβαιότητα και η άνοδος του ενεργειακού κόστους περιορίζουν τη ζήτηση.
Την ίδια ώρα, οι πιέσεις στις τιμές εντείνονται, με το κόστος εισροών να εκτοξεύεται τόσο στις υπηρεσίες όσο και στη μεταποίηση. Αυτή η εικόνα ενισχύει τους φόβους ότι η Ευρωζώνη εισέρχεται ξανά σε φάση στασιμοπληθωρισμού, με ασθενική ανάπτυξη και επίμονα υψηλό κόστος ενέργειας. Από την άλλη πλευρά, τα εταιρικά στοιχεία πρώτου τριμήνου είναι αρκετά ανθεκτικά, αποτυπώνοντας το πώς οι επιχειρήσεις προσαρμόστηκαν στις πιέσεις που προκαλεί η ενεργειακή κρίση.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της LSEG, οι ευρωπαϊκές εταιρείες υψηλής κεφαλαιοποίησης — εξαιρουμένων των ενεργειακών ομίλων — αναμένεται να εμφανίσουν αύξηση κερδών 0,4% στο πρώτο τρίμηνο, έναντι πρόβλεψης για 0,3% πριν από μία εβδομάδα. Σε επίπεδο STOXX 600, τα συνολικά κέρδη εκτιμάται ότι θα αυξηθούν κατά 3,2%, κυρίως χάρη στην εκρηκτική άνοδο της κερδοφορίας των ενεργειακών εταιρειών λόγω του ράλι του μαύρου χρυσού.
Στη σημερινή ατζέντα ξεχώρισαν ειδικά τα ισχυρά αποτελέσματα που ανακοίνωσαν οι L’Oreal, Nestle, Sanofi, Heineken, Safran, Renault και Nokia. Στην αγορά εμπορευμάτων, η προθεσμιακή τιμή του χρυσού υποχώρησε κατά 0,36% στα 4.735 δολάρια, υπό την πίεση των φόβων για την αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων, αλλά και της ενίσχυσης του αμερικανικού νομίσματος. Ο δείκτης δολαρίου ανέβηκε στο 98,67 και η ισοτιμία ευρώ/δολαρίου κινήθηκε στο 1,1698, με το ευρώ να πέφτει στο χαμηλότερο σημείο του από τις 13 Απριλίου.