Οι αυξανόμενες εντάσεις μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν έχουν ήδη οδηγήσει τις τιμές του πετρελαίου σε υψηλό έξι μηνών. Οι πετρελαιαγορές παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις που θα μπορούσαν να διαταράξουν την παραγωγή αργού στο Ιράν ή να ωθήσουν την Τεχεράνη να αποκλείσει τα Στενά του Ορμούζ, μια κρίσιμη ναυτιλιακή οδό που χρησιμοποιείται από μεγάλους εξαγωγείς ενέργειας της περιοχής. Μια επίθεση ή μια κίνηση του Ιράν να περιορίσει την πρόσβαση στο Στενό του Ορμούζ, μέσω του οποίου διακινείται περίπου το ένα τέταρτο του πετρελαίου παγκοσμίως, θα μπορούσε να έχει σοβαρές συνέπειες για τις παγκόσμιες αγορές πετρελαίου.

Η ισχύς του Ιράν έχει μειωθεί τα τελευταία χρόνια λόγω των παρατεταμένων κυρώσεων και των περιορισμένων ξένων επενδύσεων, όπως αναφέρει δημοσίευμα του Bloomberg. Συνολικά, η χώρα αντιπροσωπεύει περίπου το 3% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου, παράγοντας περίπου 3,3 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Το Ιράν άρχισε να αναπτύσσει την πετρελαϊκή του βιομηχανία στις αρχές του 20ού αιώνα, υπό την εποπτεία της βρετανικής κυβέρνησης, που επιθυμούσε να εξασφαλίσει αξιόπιστες προμήθειες. Δεκαετίες αργότερα, έγινε ιδρυτικό μέλος του ΟΠΕΚ και αναδείχθηκε στον δεύτερο μεγαλύτερο παραγωγό πετρελαίου της ομάδας. Στο αποκορύφωμά του, στα μέσα της δεκαετίας του 1970, το Ιράν συγκαταλεγόταν μεταξύ των σημαντικότερων προμηθευτών πετρελαίου στον κόσμο, υπεύθυνο για περισσότερο από το 10% της παγκόσμιας παραγωγής αργού πετρελαίου.

Η ηγεμονία του Ιράν διαλύθηκε μετά την ιρανική επανάσταση του 1979, όταν το νέο καθεστώς εξέδιωξε τις ξένες εταιρείες από την πετρελαϊκή βιομηχανία, περιορίζοντας τις επενδύσεις και την παροχή τεχνογνωσίας από το εξωτερικό. Η παραγωγή αργού της χώρας κατέρρευσε και δεν έφθασε ποτέ ξανά σε υψηλά επίπεδα. Η Ισλαμική Δημοκρατία αύξησε τις εξαγωγές μετά το τέλος του πολέμου Ιράν-Ιράκ στα τέλη της δεκαετίας του 1980, για να στηρίξει την οικονομική ανάπτυξη. Ωστόσο, οι προσπάθειες επανεισόδου μεγάλων ευρωπαϊκών και αμερικανικών εταιρειών κατέρρευσαν το 2018, όταν η κυβέρνηση Τραμπ αποσύρθηκε από την πυρηνική συμφωνία του Ιράν και επέβαλε εκ νέου κυρώσεις.

Σήμερα, το Ιράν είναι ο τέταρτος παραγωγός πετρελαίου εντός του ΟΠΕΚ, πίσω από τη Σαουδική Αραβία, το Ιράκ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Λόγω των διεθνών κυρώσεων, το Ιράν βασίζεται πλέον στην Κίνα για το 90% περίπου των εξαγωγών του αργού πετρελαίου, το οποίο πωλείται σε ανεξάρτητα διυλιστήρια με μεγάλη έκπτωση. Ενώ τα επίσημα τελωνειακά στοιχεία δείχνουν ότι η Κίνα δεν έχει εισάγει ιρανικό αργό από τα μέσα του 2022, τα βαρέλια αποστέλλονται μέσω αδιαφανών εμπορικών δικτύων και ενός σκιώδους στόλου. Οι ροές έφτασαν σχεδόν τα 1,25 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα τον Ιανουάριο, σε σύγκριση με 898.000 ένα χρόνο νωρίτερα. Άλλη χώρα που συνέχισε να αγοράζει ιρανικά φορτία είναι η Συρία.

Ένα μεγάλο μέρος της παραγωγής του Ιράν – έως και 2 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως – πηγαίνει σε κινεζικά διυλιστήρια, τα οποία θα αναγκαστούν να αναζητήσουν εναλλακτικές προμήθειες σε περίπτωση που υπάρξει εκτεταμένη διακοπή της παραγωγής. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος έγκειται στην απειλή για τα Στενά του Ορμούζ, τη ραχοκοκαλιά του παγκόσμιου εφοδιασμού πετρελαίου, μέσω του οποίου η Σαουδική Αραβία, το Ιράκ, τα ΗΑΕ και το Κατάρ μεταφέρουν μεγάλο μέρος του αργού τους.

Το Στενό του Ορμούζ είναι ο στενός υδάτινος δρόμος που συνδέει τον Περσικό Κόλπο με την Αραβική Θάλασσα. Η ιρανική κυβέρνηση έχει δηλώσει στο παρελθόν ότι έχει τη δυνατότητα να επιβάλει ναυτικό αποκλεισμό σε περιόδους αυξημένης γεωπολιτικής έντασης, αν και δεν έχει καταφέρει ακόμη να κλείσει αποτελεσματικά τη δίοδο. Εάν κατάφερνε να διακόψει τη λειτουργία της νευραλγικής αυτής διόδου, θα κινδύνευαν οι μεταφορές πετρελαίου, υγροποιημένου φυσικού αερίου και υγραερίου από το Ιράκ, το Κουβέιτ, τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Περίπου 16,5 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου την ημέρα διοχετεύονται μέσω του στενού, συμπεριλαμβανομένου του μεγαλύτερου μέρους των εξαγωγών του Ιράν.

Οι εξαγωγές πετρελαίου παραμένουν κεντρικός πυλώνας της ιρανικής οικονομίας, παρά τις πολυετείς προσπάθειες για τη μείωση της εξάρτησης από το αργό πετρέλαιο και τη διαφοροποίηση προς τη βαριά βιομηχανία, την κλωστοϋφαντουργία και τα ορυχεία. Η πετρελαϊκή βιομηχανία συνέβαλε κατά περίπου 2 ποσοστιαίες μονάδες στην αύξηση του ΑΕΠ του Ιράν το 2023 – ένα έτος κατά το οποίο η οικονομία αναπτύχθηκε κατά περίπου 5%. Ενώ οι κυρώσεις έχουν αναγκάσει το Ιράν να πουλάει το πετρέλαιό του με μεγάλες εκπτώσεις, η χώρα εξακολούθησε να κερδίζει περίπου 2,7 δισεκατομμύρια δολάρια σε έσοδα μόνο τον Νοέμβριο, με βάση υπολογισμούς του Bloomberg. Παρόλα αυτά, τα έσοδα του Ιράν από το πετρέλαιο θα μπορούσαν να υποστούν περαιτέρω πίεση εάν η εκστρατεία «μέγιστης πίεσης» του Τραμπ αποτρέψει τους Κινέζους αγοραστές.