Ο Τζέφρι Πάιατ περιγράφει την Ελλάδα ως έναν κομβικό παίκτη στην ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια, σε μια περίοδο που ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή προκαλεί σοβαρές αναταραχές στις αγορές ενέργειας, οι οποίες δεν έχουν παρατηρηθεί από το 1973. Με αφορμή τη συμφωνία με τη Chevron, την αύξηση των αμερικανικών εξαγωγών LNG και την ανάπτυξη του Κάθετου Διαδρόμου, ο πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα αναφέρεται σε μια «ιστορική ευκαιρία» που επανατοποθετεί τη χώρα στον ενεργειακό χάρτη της Ευρώπης.
Ο Πάιατ, ο οποίος σήμερα είναι Senior Managing Director στην McLarty Associates, μίλησε στη Ναυτεμπορική ενόψει του 11ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών, που θα πραγματοποιηθεί από τις 22 έως τις 25 Απριλίου 2026, συγκεντρώνοντας προσωπικότητες από την Ελλάδα και το εξωτερικό για να συζητήσουν τις κρίσιμες εξελίξεις της περιόδου.
«Η συμφωνία με τη Chevron ανοίγει μια μεγάλη ευκαιρία», τονίζει ο Πάιατ, σημειώνοντας ότι η επένδυση της Chevron στην Ελλάδα δεν είναι απλώς μια επιχειρηματική κίνηση, αλλά έχει σαφές γεωπολιτικό και ενεργειακό βάρος. Η συμφωνία Ελλάδας–Chevron αντιπροσωπεύει μια σημαντική ευκαιρία για την ενίσχυση του ρόλου της χώρας ως βασικού ευρωπαϊκού ενεργειακού κόμβου. Η Chevron είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός ενέργειας στην Ανατολική Μεσόγειο, με παρουσία σε χώρες όπως η Αίγυπτος, το Ισραήλ, η Ιορδανία και η Κύπρος, ενώ εξετάζει και δραστηριότητες στη Λιβύη.
Κεντρικό στοιχείο της νέας ενεργειακής πραγματικότητας είναι η εκρηκτική αύξηση των εξαγωγών LNG από τις Ηνωμένες Πολιτείες και η αυξανόμενη σημασία της Ελλάδας ως πύλης εισόδου. «Οι αυξανόμενοι όγκοι αμερικανικού LNG στις διεθνείς αγορές και η διευρυνόμενη συνεργασία ΗΠΑ–Ελλάδας για τη μεταφορά τους στην Ευρώπη αποτελούν μια μεγάλη στρατηγική ευκαιρία», επισημαίνει ο Πάιατ, προσθέτοντας ότι αυτό αφορά τόσο τα αμερικανικά εμπορικά συμφέροντα όσο και την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης.
Η ΕΕ προχωρά σε πλήρη απεξάρτηση από το ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο έως το 2027, γεγονός που ενισχύει περαιτέρω τον ρόλο της Ελλάδας. «Ο ρόλος της Ελλάδας ως χώρας – διαμετακομιστή ενέργειας ήταν από τα σημαντικότερα κεφάλαια της θητείας μου στην Αθήνα και χαίρομαι που αυτή η δουλειά συνεχίζεται και ενισχύεται», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά: οι ΗΠΑ καλύπτουν ήδη περίπου το 58% των εισαγωγών LNG της Ευρώπης, ενώ η ΕΕ απορροφά το 65% των αμερικανικών εξαγωγών. Πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία, η Ευρώπη εξαρτιόταν από τη Ρωσία για πάνω από το 45% των εισαγωγών φυσικού αερίου, ποσοστό που πλέον έχει πέσει στο 12% και οδεύει στο μηδέν.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη μετάβαση παίζει ο Κάθετος Διάδρομος, που συνδέει την Ελλάδα με τη Νοτιοανατολική και Κεντρική Ευρώπη. Ο Πάιατ θυμίζει ότι τον Νοέμβριο του 2025, έξι χώρες – Βουλγαρία, Ελλάδα, Μολδαβία, Ρουμανία, Ουκρανία και ΗΠΑ – συμφώνησαν να προχωρήσουν στην αξιοποίηση του έργου, το οποίο αναδεικνύεται σε νέα διαδρομή για τη μεταφορά αμερικανικού LNG προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.
Η υποδομή αυτή ήδη αποδεικνύει την αξία της. Η πλωτή μονάδα LNG στην Αλεξανδρούπολη δημιουργεί ένα νέο νότιο σημείο εισόδου για το αμερικανικό LNG στην Ευρώπη, ενώ ο αγωγός Trans-Balkan, που πλέον λειτουργεί με αντίστροφη ροή, συνδέει την Ελλάδα με την Ουκρανία και χώρες της Κεντρικής Ευρώπης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ότι το 2024 η ουκρανική DTEK παρέλαβε το πρώτο της φορτίο LNG από τις ΗΠΑ μέσω της Ρεβυθούσας, ενώ πρόσφατα μεταφέρθηκε αέριο από ουκρανικές αποθήκες προς την Πολωνία μέσω του ίδιου δικτύου.
Οι γεωπολιτικές εξελίξεις ενισχύουν περαιτέρω τη σημασία αυτών των υποδομών. Ο Πάιατ χαρακτηρίζει τον πόλεμο στον Κόλπο ως «το πιο σοβαρό σοκ στις διεθνείς ενεργειακές προμήθειες από το εμπάργκο πετρελαίου του 1973». «Μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες, οι αγορές θεωρούσαν δεδομένους τους πόρους του Κόλπου. Αυτό δεν ισχύει πλέον», επισημαίνει, προβλέποντας ότι η κρίση θα ενισχύσει τη διεθνή έμφαση στην ενεργειακή ασφάλεια και επάρκεια και τη διαφοροποίηση των πηγών.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, όχι μόνο ως κόμβος μεταφοράς, αλλά και ως μέρος μιας πιο ανθεκτικής ενεργειακής στρατηγικής. «Σε βάθος χρόνου, αυτή η κρίση θα ενισχύσει την προσέγγιση “όλα τα διαθέσιμα εργαλεία”, που έχει υιοθετήσει η Ελλάδα, με έμφαση και στις ανανεώσιμες πηγές όπως η αιολική και η ηλιακή ενέργεια, αλλά και στις μεγάλες μονάδες αποθήκευσης», σημειώνει.
Το ενεργειακό πεδίο θα παραμείνει στο επίκεντρο της στρατηγικής σχέσης Ελλάδας–ΗΠΑ. «Όπως και τα προηγούμενα χρόνια, η ενέργεια θα συνεχίσει να αποτελεί προτεραιότητα στη διμερή συνεργασία, με τον Κάθετο Διάδρομο να παραμένει βασικό στοιχείο αυτής της σχέσης», τονίζει. Σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου ανταγωνισμού και γεωπολιτικής αστάθειας, η Ελλάδα φαίνεται να μετατρέπεται από περιφερειακό παίκτη σε κρίσιμο κόμβο για την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια — μια εξέλιξη που δεν είναι συγκυριακή, αλλά αποτέλεσμα στρατηγικής επιλογής με ορίζοντα δεκαετίας.