Η στροφή των επενδυτών μακριά από τους τεχνολογικούς κολοσσούς συνεχίστηκε για δεύτερη συνεχόμενη συνεδρίαση στη Wall Street, ανατρέποντας τη γενική εικόνα που επικρατούσε μέχρι τώρα για τις Big Tech και τις εταιρείες ΑΙ, οι οποίες θεωρούνταν ασφαλές καταφύγιο σε περιόδους οικονομικής αβεβαιότητας λόγω των ανθεκτικών τους κερδών. Οι απώλειες στους δείκτες περιορίστηκαν κάπως μετά από δημοσίευμα του Axios που ανέφερε ότι επανήλθαν τα σχέδια για συνομιλίες μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν, χάρη στις πιέσεις από άλλες αραβικές χώρες, ενώ νωρίτερα είχε αποκαλυφθεί ότι η κρίσιμη συνάντηση οδεύει προς ναυάγιο.

Στο ταμπλό, ο Dow Jones κατάφερε να κλείσει κερδισμένος κατά 0,53% και να φτάσει τις 49.500 μονάδες, ξεπερνώντας τις πιέσεις που είχε δεχτεί νωρίτερα. Ωστόσο, ο S&P 500 υποχώρησε 0,51% στις 6.882 μονάδες και ο Nasdaq έκανε βουτιά 1,51%, χάνοντας το όριο των 23.000 μονάδων και κλείνοντας στις 22.904. Σημειώνεται ότι ενδοσυνεδριακά, ο S&P 500 είχε βρεθεί να χάνει πάνω από 1% και ο Nasdaq κοντά στο 2,5%. Οι εταιρείες λογισμικού βρέθηκαν ξανά στο επίκεντρο των ρευστοποιήσεων, με τις μεγαλύτερες κινήσεις να καταγράφονται στους κατασκευαστές ημιαγωγών. Η Advanced Micro Devices σημείωσε πτώση άνω του 17% μετά από απογοητευτικές προβλέψεις, που ήταν η μεγαλύτερη πτώση της από το 2017.

Η AMD ανακοίνωσε ισχυρές προβλέψεις για τις πωλήσεις του πρώτου τριμήνου και έσοδα τέταρτου τριμήνου υψηλότερα των εκτιμήσεων, ωστόσο, οι αναλυτές της Jefferies σημείωσαν ότι «οι προσδοκίες είχαν ανεβεί υπερβολικά» πριν από την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων. Παράλληλα, έκτακτες πωλήσεις που συνδέονται με data centers προς την Κίνα φαίνεται ότι αντιπροσώπευαν μεγαλύτερο μερίδιο των εσόδων απ’ ό,τι είχε αρχικά εκτιμηθεί. Ο Κάιλ Ρόντα της Capital.com εξήγησε ότι «υπάρχει η οπτική του μισογεμάτου και του μισοάδειου ποτηριού σε αυτές τις κινήσεις». Από τη μία, οι τεχνολογικές μετοχές μπορεί να είναι υπερτιμημένες, αλλά από την άλλη, η ισχύς της αγοράς διευρύνεται, κάτι που αποτελεί ένδειξη βελτίωσης των οικονομικών θεμελιωδών.

Η δυναμική αυτή αναμένεται να δοκιμαστεί τις επόμενες ημέρες, καθώς ακολουθούν νέα αποτελέσματα από τους τεχνολογικούς κολοσσούς. Η Alphabet, η κορυφαία σε απόδοση μεταξύ των «Magnificent Seven» πέρυσι, θα ανακοινώσει αποτελέσματα μετά το κλείσιμο της συνεδρίασης, ενώ αύριο, Πέμπτη, την σκυτάλη παίρνει η Amazon. Οι επενδυτές εντείνουν τη μετατόπιση από την τεχνολογία προς μετοχές αξίας και εταιρείες μικρής κεφαλαιοποίησης, αναζητώντας κλάδους και επιχειρήσεις που θα επωφεληθούν από την οικονομική ανάπτυξη.

Ο Μπρετ Κένγουελ της eToro υποστήριξε ότι «οι μετοχές λογισμικού αποδεκατίζονται, καθώς εντείνονται οι ανησυχίες ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα αλλοιώσει τα επιχειρηματικά τους μοντέλα». Παρά την αβεβαιότητα για τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις, πολλές από αυτές τις εταιρείες συνεχίζουν να εμφανίζουν ισχυρή αύξηση κερδών και εσόδων, με τις προβλέψεις των αναλυτών να κινούνται υψηλότερα. Οι μετοχές λογισμικού βρίσκονται υπό έντονη πίεση τους τελευταίους μήνες και δέχθηκαν νέο πλήγμα την Τρίτη, μετά την ανακοίνωση από την Anthropic νέων εργαλείων marketing, νομικών και χρηματοοικονομικών λειτουργιών στο Claude Cowork.

Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε πανικό στον κλάδο του software, που διαπίστωσε ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να ανταγωνιστεί τα εργαλεία του, μεταδίδοντας την ανησυχία αυτή και στους hyperscalers, δεδομένου ότι όλοι οι παίκτες του software είναι πελάτες τους. Ο Μάικ Ζίγκμοντ της Visdom Investment Group σχολίασε ότι «η ιδέα ότι η AI θα “κανιβαλίσει” πρώτα τις πιο τεχνολογικά εξελιγμένες εταιρείες είναι ένα ενδιαφέρον νέο αφήγημα στην ιστορία της τεχνητής νοημοσύνης». Ο Τζιμ Ριντ, επικεφαλής μακροοικονομικής έρευνας της Deutsche Bank, ανέφερε ότι «τους τελευταίους μήνες παρατηρείται ξεκάθαρη μετατόπιση από την ευφορία της AI προς μεγαλύτερη διαφοροποίηση μεταξύ εταιρειών και αυξανόμενη ανησυχία για την ανατρεπτική της επίδραση στα υφιστάμενα επιχειρηματικά μοντέλα». Έτσι, από το ιστορικό υψηλό του Οκτωβρίου, ο κλάδος λογισμικού του S&P 500 έχει υποχωρήσει πάνω από 25%!

Η βίαιη αυτή διόρθωση έχει αφήσει κερδισμένους όσους επέλεξαν να ποντάρουν στην πτώση του κλάδου. Σύμφωνα με στοιχεία της S3 Partners LLC για τους short sellers που έχουν στοιχηματίσει εναντίον του κλάδου από τις αρχές της χρονιάς, η διόρθωση μεταφράζεται σε λογιστικά κέρδη ύψους 24 δισ. δολαρίων. Ο Λίον Γκρος, διευθυντής έρευνας της S3, ανέφερε ότι «πρόκειται για ένα φαινόμενο που αφορά αποκλειστικά το λογισμικό, η ευρύτερη ομάδα των Υπέροχων Επτά παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητη». Δεν είναι όλοι οι αναλυτές έτοιμοι να γυρίσουν την πλάτη στον κλάδο, καθώς υπάρχουν φωνές που ισχυρίζονται ότι η τωρινή κρίση μπορεί να αποδειχτεί πρόσκαιρη, καθώς οι επενδυτές πανικοβάλλονται εύκολα από τα αδύναμα σημεία στο αφήγημα της ΑΙ.

Η Brookfield Asset Management σχεδιάζει να αναζητήσει ευκαιρίες σε εταιρείες λογισμικού μετά τη μείωση των θέσεων των επενδυτών λόγω φόβων για την AI. Στις μετοχές, η AMD ήταν στις μεγάλες χαμένες της ημέρας. Ωστόσο, η πίεση εξαπλώθηκε και σε μετοχές που είχαν πρωταγωνιστήσει το 2025, όπως η Palantir, η SanDisk, η Broadcom, η Oracle και η Nvidia. Στις Υπέροχες Επτά, η εικόνα ήταν μεικτή, με την Alphabet, την Meta και την Tesla να καταγράφουν σημαντικές απώλειες, αλλά την Microsoft να κρατά δυνάμεις και την Apple να κινείται ανοδικά, ξεπερνώντας μάλιστα και την Alphabet σε αποτίμηση.

Η Apple επωφελείται από το πιο αμυντικό προφίλ του hardware, τις ισχυρές ταμειακές της ροές και τα πρόσφατα αποτελέσματα που έδειξαν ρεκόρ πωλήσεων και καλύτερο από το αναμενόμενο guidance. Στις κερδισμένες της ημέρας ήταν και η Eli Lilly, μετά τα εξαιρετικά αποτελέσματα που ανακοίνωσε και το πολύ ισχυρό guidance, προσφέροντας έτσι μια πολύτιμη ώθηση στον Dow. Αξιοσημείωτο ήταν και το μίνι ράλι που κατέγραψαν οι μικρές περιφερειακές τράπεζες, με τον δείκτη KBW να προσθέτει 1,5% και να ανεβάζει τα κέρδη του από τον Ιανουάριο πάνω από το 7%. Τα προηγούμενα χρόνια, οι μετοχές των περιφερειακών τραπεζών είχαν μείνει πίσω σε σχέση με τους μεγάλους ομίλους, καθώς ο κλάδος δοκιμάστηκε από την τραπεζική κρίση του 2023. Οι ανησυχίες για την ποιότητα των δανειακών χαρτοφυλακίων είχαν πυροδοτήσει έντονες ρευστοποιήσεις την περασμένη χρονιά, αλλά το τοπίο άλλαξε με τους επενδυτές να απομακρύνονται φέτος από τις μεγάλες συστημικές τράπεζες και να αναζητούν ευκαιρίες στους μικρότερους παίκτες του κλάδου.