Η αγορά ακινήτων παραμένει ακριβή και απαιτητική, με τα εισοδήματα των πολιτών να μην ακολουθούν την πορεία των τιμών. Η κοινωνική αποδοχή της ανόδου των τιμών φαίνεται να έχει διαρραγεί, καθώς η αγορά ακινήτων αντιμετωπίζεται πλέον περισσότερο ως πρόβλημα προσβασιμότητας και λιγότερο ως οικονομική εξέλιξη. Μόλις το 31% των πολιτών θεωρεί την άνοδο αναμενόμενη ή λογική, ενώ πάνω από το 54% τη χαρακτηρίζει είτε παράλογη είτε «φούσκα». Ωστόσο, δεν αναμένεται κατάρρευση της αγοράς. Το κοινό, συμπεριλαμβανομένων επαγγελματιών του κλάδου, εξακολουθεί να βλέπει ανοδική πορεία στις τιμές, αν και αναγνωρίζει τα όρια της μέχρι σήμερα δυναμικής. Η αισιοδοξία έχει μετατραπεί από ενθουσιασμό σε προσδοκία ήπιας συνέχισης ή σταθεροποίησης.
Αυτά προκύπτουν από το 5ο «Βαρόμετρο της Αγοράς Ακινήτων», που παρουσιάστηκε στην εκδήλωση «Ελλάδα 2026. Επιχειρείν, Ακίνητα, Επενδύσεις», που διοργάνωσε ο επενδυτής και αναλυτής, Ηλίας Παπαγεωργιάδης. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από τη Μονάδα Ερευνών Κοινής Γνώμης και Αγοράς του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, με τηλεφωνικές συνεντεύξεις σε 1.500 άτομα στους νομούς Αττικής και Θεσσαλονίκης.
Μια κρίσιμη διαπίστωση είναι ότι η στεγαστική κρίση δεν αφορά πλέον συγκεκριμένες ευάλωτες ομάδες, αλλά διατρέχει σχεδόν ολόκληρη την κοινωνία. Ακόμη και ομάδες με σταθερότερη θέση στην αγορά, όπως οι πωλητές υψηλότερα μορφωμένοι, δηλώνουν επιδείνωση, υποδηλώνοντας ότι το πρόβλημα έχει αποκτήσει δομικά χαρακτηριστικά.
Σύμφωνα με την έρευνα, το ποσοστό όσων δηλώνουν ότι διαθέτουν «λιγότερα χρήματα» για την αγορά ή ενοικίαση ακινήτου αυξάνεται σταθερά: από 51% τον Νοέμβριο του 2024, σε 56% τον Ιούνιο του 2025 και σε 57% τον Ιανουάριο του 2026. Παράλληλα, μειώνεται το ποσοστό όσων θεωρούν ότι η κατάστασή τους παραμένει ίδια. Ιδιαίτερα χαμηλά είναι τα ποσοστά όσων δηλώνουν ότι έχουν περισσότερα χρήματα, γεγονός που δείχνει ότι η οικονομική ανάκαμψη δεν μεταφράζεται σε βελτίωση της στεγαστικής δυνατότητας για το μεγαλύτερο τμήμα των πολιτών.
Η εικόνα είναι δύσκολη και στις ηλικιακές ομάδες. Οι νέοι 17–34 ετών, που αποτελούν τη βασική δεξαμενή δυνητικών αγοραστών ή ενοικιαστών, σε ποσοστό άνω του 70% δηλώνουν ότι έχουν λιγότερα χρήματα διαθέσιμα. Αντίστοιχα υψηλά είναι τα ποσοστά και στις ηλικίες 35–55 και 55+, γεγονός που δείχνει ότι η στεγαστική πίεση δεν αφορά μόνο όσους επιχειρούν να μπουν στην αγορά, αλλά και όσους ήδη βρίσκονται σε αυτήν.
Το μορφωτικό επίπεδο δεν λειτουργεί ως παράγοντας προστασίας. Ακόμη και στους αποφοίτους ΑΕΙ και μεταπτυχιακών σπουδών, περίπου τρεις στους τέσσερις δηλώνουν επιδείνωση της οικονομικής τους δυνατότητας, αναδεικνύοντας ότι το πρόβλημα υπερβαίνει τις ατομικές δεξιότητες και συνδέεται με ευρύτερες πιέσεις.
Στην Αττική και τη Θεσσαλονίκη, όπου οι τιμές είναι υψηλότερες, πάνω από τα δύο τρίτα δηλώνουν ότι έχουν λιγότερα χρήματα διαθέσιμα. Οι αγοραστές εμφανίζονται εξαιρετικά πιεσμένοι, ενώ ακόμη και οι πωλητές δηλώνουν σε πολύ υψηλό ποσοστό επιδείνωση της οικονομικής τους δυνατότητας. Μοναδική εξαίρεση αποτελούν οι επαγγελματίες της αγοράς, όπου η εικόνα είναι πιο διαφοροποιημένη, χωρίς όμως να ανατρέπεται η γενική τάση.
Η κυρίαρχη αίσθηση για την πορεία της αγοράς ακινήτων τους επόμενους 12 μήνες είναι ανοδική, αλλά με εμφανή σημάδια επιβράδυνσης. Σχεδόν οι μισοί ερωτώμενοι (45%) εκτιμούν ότι οι τιμές θα συνεχίσουν να ανεβαίνουν, ενώ ένα επιπλέον 7% προβλέπει εκτίναξη των τιμών. Παράλληλα, ένα σημαντικό ποσοστό (29%) θεωρεί ότι η αγορά θα σταθεροποιηθεί, υποδηλώνοντας προσδοκία εξισορρόπησης μετά την έντονη άνοδο των προηγούμενων ετών.
Ως γενικό συμπέρασμα, η κτηματαγορά εξακολουθεί να θεωρείται ανθεκτική, χωρίς όμως τον ενθουσιασμό προηγούμενων περιόδων. Η προσδοκία σταθεροποίησης παραμένει αξιοσημείωτα σταθερή, γεγονός που δείχνει ότι ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας θεωρεί πως η αγορά πλησιάζει σε σημείο κορεσμού. Οι προβλέψεις για πτώση κινούνται διαχρονικά σε χαμηλά επίπεδα, ενισχύοντας την εικόνα μιας αγοράς που, παρά τις πιέσεις, δεν θα καταρρεύσει.