Οι πρόσφατες αναταράξεις στις αγορές, που πλήττουν κυρίως τις εταιρείες λογισμικού, δεν αποτελούν απλώς αντίδραση σε ένα νέο προϊόν τεχνητής νοημοσύνης. Αντιπροσωπεύουν ένα βαθύτερο άγχος που επανέρχεται δυναμικά: η AI αρχίζει να θυμίζει φούσκα. Η σπίθα προήλθε από τα νέα εργαλεία της Anthropic, τα οποία απέδειξαν ότι οι AI agents μπορούν να εκτελούν επαγγελματικές εργασίες, όπως νομική έρευνα και ανάλυση δεδομένων. Η αγορά αντέδρασε άμεσα, αναγνωρίζοντας ότι ολόκληροι τομείς υπηρεσιών τεχνολογίας κινδυνεύουν να γίνουν αναλώσιμοι.
Ο δείκτης S&P 500 Software & Services σημείωσε πτώση άνω του 4% σε μία μόνο συνεδρίαση και έχει χάσει περίπου 20% από την αρχή του έτους. Μετοχές όπως αυτές της Salesforce, της Thomson Reuters και της LegalZoom βρέθηκαν στο επίκεντρο, ενώ οι ρευστοποιήσεις επεκτάθηκαν και σε ασιατικούς IT ομίλους.
Η ανησυχία των επενδυτών δεν περιορίζεται μόνο στο αν η AI «τρώει» το λογισμικό. Αφορά και το αν οι αποτιμήσεις έχουν προεξοφλήσει ένα μέλλον που μπορεί να αργήσει ή και να μην έρθει ποτέ. Για πρώτη φορά μετά το 2023, οι αγορές αρχίζουν να συνδυάζουν δύο μέχρι πρότινος ξεχωριστές ανησυχίες σε ένα κοινό αφήγημα. Από τη μία, υπάρχει ο φόβος ότι τα νέα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης μπορεί να μειώνουν τα έσοδα από υπάρχοντα προϊόντα λογισμικού, καθώς εργασίες που μέχρι χθες χρεώνονταν ακριβά μέσω συνδρομών, πλέον εκτελούνται ταχύτερα και φθηνότερα από AI συστήματα.
Από την άλλη, το εκρηκτικό κύμα επενδύσεων της Big Tech αρχίζει να ανησυχεί τη Wall Street. Οι Amazon, Google, Microsoft και Meta έχουν ανακοινώσει δαπάνες ύψους 660 δισ. δολαρίων για υποδομές τεχνητής νοημοσύνης μέσα στο 2026 — ποσό μεγαλύτερο από το ΑΕΠ αρκετών ανεπτυγμένων οικονομιών. Το πρόβλημα δεν είναι ότι λείπουν τα έσοδα, αλλά ότι οι αγορές βλέπουν τις δαπάνες να αυξάνονται πολύ πιο γρήγορα από τις αποδόσεις. Αυτό επαναφέρει έναν γνώριμο φόβο: μήπως η AI, αντί να ενισχύει άμεσα την κερδοφορία, πιέζει τα περιθώρια και μεταθέτει τα μεγάλα κέρδη όλο και πιο μακριά στον χρόνο.
Η αλλαγή κλίματος είναι προφανής. Μέχρι πρόσφατα, κάθε αύξηση δαπανών για AI θεωρούνταν λόγος ευφορίας. Τώρα, λειτουργεί αντίστροφα: ως προειδοποιητικό σήμα. Οι επενδυτές θέτουν ερωτήματα σχετικά με το πότε αυτές οι επενδύσεις θα μεταφραστούν σε καθαρά κέρδη, πόσο χρόνο αντέχουν οι ισολογισμοί τέτοιες κεφαλαιουχικές δαπάνες και τι θα συμβεί αν η AI μειώνει τα περιθώρια κέρδους των τεχνολογικών κολοσσών αντί να τα αυξάνει. Δεν είναι τυχαίο ότι hedge funds έχουν ήδη σορτάρει μετοχές λογισμικού άνω των 24 δισ. δολαρίων μέσα στο 2026.
Οι ηγέτες της τεχνολογίας προσπαθούν να κατεβάσουν τους τόνους. Ο CEO της Nvidia, Τζένσεν Χουάνγκ, χαρακτήρισε «το πιο παράλογο πράγμα στον κόσμο» την ιδέα ότι η AI θα αντικαταστήσει το λογισμικό, υποστηρίζοντας ότι θα το ενισχύσει. Στο ίδιο πνεύμα, ο Ρένε Χάας της Arm Holdings μίλησε για «μικρο-υστερία». Ωστόσο, η αγορά δεν αμφισβητεί αν θα υπάρξει AI, αλλά ποιος θα πληρωθεί γι’ αυτήν.
Η νέα φάση δεν κάνει οριζόντιες διαγραφές. Ξεχωρίζει νικητές και χαμένους. Εταιρείες που παίζουν κρίσιμο ρόλο σε εταιρικές λειτουργίες, όπως η Oracle και η ServiceNow, θεωρούνται πιο ανθεκτικές, καθώς η αντικατάστασή τους δεν είναι απλή υπόθεση. Αντίθετα, μοντέλα που βασίζονται κυρίως σε πληροφορία, interfaces και επαναλαμβανόμενες διαδικασίες βλέπουν τις αποτιμήσεις τους να απειλούνται άμεσα.
Το πραγματικό ερώτημα της αγοράς δεν είναι αν η AI είναι επανάσταση — αυτό θεωρείται δεδομένο. Το ερώτημα είναι αν οι αποτιμήσεις έχουν τρέξει πιο γρήγορα από την πραγματικότητα και αν το αφήγημα γύρω από τις εταιρείες λογισμικού ανήκει πια στο παρελθόν. Η αγορά δεν φοβάται τόσο τη «φούσκα», αλλά έχει αρχίσει να μυρίζει υπερβολή. Όταν ο φόβος επιστρέφει με αυτόν τον τρόπο, το μήνυμα είναι σαφές: η εποχή της άκρατης και άκριτης αισιοδοξίας για την AI τελείωσε. Τώρα αρχίζει η δύσκολη φάση της απόδειξης αξίας.