Η χρονιά αυτή χαρακτηρίστηκε από νευρικές ανατροπές και απότομες μεταστροφές, χωρισμένη σε δύο περιόδους: τον Απρίλιο και ό,τι ακολούθησε. Οι επενδυτές βρέθηκαν παγιδευμένοι ανάμεσα στον φόβο και την απληστία, με την αβεβαιότητα να γίνεται μόνιμος συνοδοιπόρος. Οι προειδοποιήσεις για φούσκες επανήλθαν στο προσκήνιο, καθώς οι αποτιμήσεις στον κλάδο της τεχνητής νοημοσύνης εκτοξεύτηκαν και ο δείκτης S&P 500 πρόσθεσε 17 τρισ. στην κεφαλαιοποίησή του.

Τον Απρίλιο, ο δείκτης βυθίστηκε στα όρια μιας «bear market» λόγω των δασμών που επέβαλε ο πρόεδρος Τραμπ, αλλά ανέκαμψε γρήγορα μετά την αναδίπλωσή του, καταγράφοντας αλλεπάλληλα ρεκόρ, εν μέσω ευφορίας για την τεχνητή νοημοσύνη. Το ρίσκο επέστρεψε και τα χρηματιστήρια γύρισαν επιθετικά ανοδικά, σαν να μην είχε προηγηθεί τίποτα, αν και δεν έλειψαν οι απότομες, αλλά σύντομες, διορθώσεις.

Η μεταβλητότητα έγινε το σήμα κατατεθέν της χρονιάς, με τον δείκτη VIX να εκτινάσσεται στις 8 Απριλίου πάνω από το 50 για πρώτη φορά από την πανδημία και για δεύτερη από την οικονομική κρίση, προτού επιστρέψει κάτω από 20 τον Μάιο. Οι επενδυτές έμαθαν να προσαρμόζονται στις γρήγορες εναλλαγές αφηγήματος, με τις γιγαντιαίες τεχνολογικές εταιρείες να απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος των ροών, αντιπροσωπεύοντας σχεδόν το 40% του S&P 500, ένα ιστορικό υψηλό που προκαλεί ανησυχία για επικίνδυνη συγκέντρωση ρίσκου.

Η Ευρώπη ευνοήθηκε από πιο ελκυστικές αποτιμήσεις, χαλαρότερες νομισματικές συνθήκες και μια σιωπηλή στροφή των επενδυτών προς τη διαφοροποίηση. Οι τράπεζες και οι αμυντικοί κλάδοι πρωταγωνίστησαν, ενώ η γεωπολιτική αβεβαιότητα κράτησε την προσοχή ψηλά.

Αδιαμφισβήτητοι νικητές της χρονιάς ήταν τα μέταλλα. Ο χρυσός, με πάνω από 50 ρεκόρ, εναλλασσόταν μεταξύ ασφαλούς καταφυγίου και κερδοσκοπικού οχήματος. Μαζί του, ο άργυρος, που ξύπνησε ορμητικά με ένα ράλι άνω του 140%, καθώς και η πλατίνα και ο χαλκός, αποτυπώνοντας τη βαθιά αναδιάρθρωση της παγκόσμιας οικονομίας.

Αντίθετα, τα κρυπτονομίσματα «πρόδωσαν» τις προσδοκίες και μπήκαν σε φάση αιμορραγίας, παρότι το bitcoin έσπασε το φράγμα των 126.000 δολαρίων, με στήριγμα χαλαρότερους κανονισμούς, χαμηλότερα επιτόκια και συμμετοχή θεσμικών. Στις 10 Οκτωβρίου καταγράφηκαν οι μεγαλύτερες ημερήσιες ρευστοποιήσεις μοχλευμένων θέσεων στην ιστορία των κρυπτονομισμάτων, ύψους 19 δισ. δολαρίων, έπειτα από απροσδόκητα σχόλια του Τραμπ για τιμωρητικούς δασμούς.

Το πετρέλαιο αποδυναμώθηκε, σημειώνοντας τη μεγαλύτερη ετήσια πτώση από το 2020, το δολάριο έχασε την παλαιά του αίγλη, ενώ το κακάο οδεύει προς τη μεγαλύτερη ετήσια πτώση όλων των εποχών. Το ευρώ κέρδισε «κατά λάθος», από την αδυναμία του δολαρίου και όχι από τη δυναμική της Ευρώπης. Ήταν μια χρονιά που η αγορά θύμισε ότι ζει από τις προσδοκίες και καταρρέει από τις διαψεύσεις.