Όλα δείχνουν ότι το 2026 κλείνει ο κύκλος μιας υποτονικής αναπτυξιακής περιόδου, η οποία ξεκίνησε το 2021 και συνεχίστηκε τα τελευταία τρία χρόνια με ρυθμό ετήσιας αύξησης του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος (ΑΕΠ) της τάξεως του 2,1-2,2%. Για το έτος που μόλις ανέτειλε, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει αύξηση κατά 2,2%, ενώ η ελληνική κυβέρνηση στον πρόσφατο προϋπολογισμό που εγκρίθηκε από τη Βουλή είναι πιο αισιόδοξη, ανεβάζοντας τον πήχη στο 2,4%.

Οι αναπτυξιακές επιδόσεις της οικονομίας μας χαρακτηρίζονται αναιμικές για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, διότι η χώρα αυτή την περίοδο διέθετε πακτωλό ευρωπαϊκών κεφαλαίων, 36,6 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ), 26,2 δισ. από το ΕΣΠΑ, καθώς και σημαντικούς πόρους από τα διαρθρωτικά Ταμεία Συνοχής, Κοινωνικό και Γεωργικής Ανάπτυξης. Δεύτερον, ανατρέχοντας στην Έκθεση Πισσαρίδη, διαπιστώνει κανείς μια μεγάλη απόκλιση μεταξύ των στόχων της έκθεσης και των τελικών αποτελεσμάτων από την υλοποίηση του προγράμματος. Στην έκθεση γίνεται αναφορά για «στόχο την ετήσια αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά ποσοστό της τάξης του 3,5% για την επόμενη δεκαετία, κατά μέσο όρο, μέσω ετήσιας αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας κατά 2,5%.

Σήμερα, μερικούς μόνο μήνες πριν από την εκπνοή του προγράμματος, οι επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας με 2,1% κατά μέσο όρο αύξησης του ΑΕΠ και 1% στην παραγωγικότητα της εργασίας απέχουν πολύ από τους στόχους του Σχεδίου Πισσαρίδη. Το αρνητικό αποτύπωμα από τη χρήση των πόρων παρουσιάζεται και σε έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το οποίο ανέρχεται σε 29,6 δισ. ευρώ σε βάθος δεκαετίας, μικρότερο δηλαδή του αρχικού ποσού που διατέθηκε στη χώρα. Ο πολλαπλασιαστής που σχετίζεται με το οριστικό αποτύπωμα περιορίζεται στο 0,81, κάτι που εξηγεί και τις δυστοπικές προβλέψεις της κυβέρνησης για την πορεία της οικονομίας τα επόμενα χρόνια.

Στον πρόσφατα εγκεκριμένο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Πολυετή Δημοσιονομικό Προγραμματισμό 2026-2029, προβλέπεται αποκλιμάκωση της ανάπτυξης μετά το πέρας της εισροής πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, η οποία καταλήγει στο 1,3% το 2029. Αυτό οφείλεται αποκλειστικά στην απότομη μείωση των επενδύσεων από το 5,7% το 2025 στο 0,8% το 2029. Από την άλλη, η κατανάλωση καλά κρατεί και τροφοδοτεί τη συμμετοχή της στο σχηματισμό του ΑΕΠ με ποσοστό 70%, κάτι που φανερώνει ότι το παραγωγικό μας μοντέλο παρέμεινε αμετάβλητο, παρά τη μεγάλη εισροή πόρων στην οικονομία.

Δυστυχώς, το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων κατέληξε σε τομείς όπως οι κατασκευές και τα τουριστικά καταλύματα, ενώ λείπουν οι παραγωγικές επενδύσεις και δείγματα νέων μεταποιητικών μονάδων στη χώρα. Η επίδραση του Ταμείου Ανάκαμψης είχε καθαρά εισοδηματικό και καθόλου αναπτυξιακό αποτέλεσμα. Η επικέντρωση στην απορρόφηση των κεφαλαίων και όχι στην παραγωγική τους αξιοποίηση στέρησε τη χώρα από μια μοναδική ευκαιρία ενδυνάμωσης και συμμετοχής της στο διεθνή καταμερισμό σε ισότιμη βάση.

Οι μεσο-μακροπρόθεσμες προοπτικές στο πρόγραμμα της κυβέρνησης με τίτλο «Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό-Διαρθρωτικό Σχέδιο 2025-2028» παρουσιάζουν επίσης δυσμενείς εκτιμήσεις για την εξέλιξη των μακροοικονομικών μεγεθών μέχρι το 2038. Η προβλεπόμενη αρνητική εξέλιξη υποκρύπτει λιτότητα διαρκείας, απομακρύνοντάς μας από το ποσοστό σύγκλισης της οικονομίας μας με το μέσο όρο της Ε.Ε. του σχεδίου Πισσαρίδη για το 2030.

Η επισήμανση των αρνητικών κυβερνητικών προβλέψεων είναι αναγκαία για να αφυπνιστούμε και να κάνουμε ότι είναι δυνατόν για να αποφύγουμε την υλοποίηση αυτού του δυστοπικού σεναρίου. Χρειαζόμαστε επειγόντως μια θεσμική αναβάθμιση, η οποία να διευκολύνει την επιχειρηματικότητα και την επιλογή της χώρας μας ως επενδυτικού προορισμού. Συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις με στόχο τη μείωση της γραφειοκρατίας και την επιτάχυνση στην επίλυση δικαστικών διαφορών είναι απαραίτητες.

Το επενδυτικό κενό που πρέπει να καλυφθεί είναι τεράστιο. Βρισκόμαστε σε ότι αφορά τις νέες επενδύσεις στο 56% του μέσου όρου της ευρωζώνης. Οι επενδύσεις συμμετέχουν μόνο με 16% του ΑΕΠ στη χώρα μας, έναντι 21,5% του μέσου όρου στην ευρωζώνη. Η επιχειρηματική και επενδυτική δραστηριότητα στη χώρα μας είναι σε μεγάλο βαθμό συγκεντρωμένη σε κλάδους χαμηλής προστιθέμενης αξίας. Είναι αναγκαίο, η διάθεση των πόρων να γίνεται με γνώμονα τη βέλτιστη χρήση τους και τη συμβολή τους στο σχηματισμό παγίου κεφαλαίου που αυξάνει την παραγωγικότητα.

Με στόχο πάντα τη βελτίωση της ευημερίας του κοινωνικού συνόλου, απαιτείται προσήλωση στην υλοποίηση μιας μακροπρόθεσμης στρατηγικής, η οποία θα ενσωματώνει τις παραπάνω προκλήσεις για τη διασφάλιση της διατηρήσιμης ανάπτυξης.