Σε μια περίοδο έντονης γεωπολιτικής και μακροοικονομικής αβεβαιότητας, η Ευρώπη έχει μπροστά της μια κρίσιμη ευκαιρία: να επανατοποθετηθεί ως ελκυστικός προορισμός για επενδύσεις, καινοτομία και διεθνή επιρροή. «Η εποχή των σταδιακών αλλαγών έχει παρέλθει», τονίζει σε δήλωσή του ο Shahmir Khaliq, επικεφαλής Υπηρεσιών της Citi, υπογραμμίζοντας την ανάγκη για βαθιές και ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις.
Στα δομικά εμπόδια που δημιουργεί ο κατακερματισμός των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών και στην ανάγκη οικοδόμησης μίας ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς κεφαλαίων εστιάζει το Citi Institute στην τελευταία του έκθεση με τίτλο «Reimagining European Capital Markets: From Fragmentation to Harmonization». Όπως επισημαίνουν οι αναλυτές της Citi, η κατακερματισμένη υποδομή περιορίζει τη ροή κεφαλαίων, μειώνει τη ρευστότητα, αυξάνει το κόστος για τους επενδυτές και υπονομεύει τη συνολική αποτελεσματικότητα των αγορών.
Αντίθετα, η εναρμόνιση του κανονιστικού πλαισίου και η εξάλειψη των περιττών διαδικασιών δέουσας επιμέλειας θα μπορούσαν, σύμφωνα με την έκθεση, να αποδεσμεύσουν έως και 150 δισ. ευρώ ετησίως, ενισχύοντας το ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά 1,5% σε ορίζοντα δεκαετίας.
«Η Ευρώπη πρέπει να υιοθετήσει τολμηρές μεταρρυθμίσεις, να μειώσει τη γραφειοκρατία, να εκσυγχρονίσει τις υποδομές της και να αξιοποιήσει τεχνολογίες επόμενης γενιάς», σημειώνει ο Nacho Gutiérrez-Orrantia, CEO και επικεφαλής Τραπεζικών Υπηρεσιών Ευρώπης και Επενδυτικής Τραπεζικής για Ηνωμένο Βασίλειο και EMEA της Citi. Όπως επισημαίνει, μόνο έτσι θα διατηρηθούν τα κεφάλαια εντός Ευρώπης, θα ενισχυθεί η εγχώρια ανάπτυξη και θα διασφαλιστεί η ανταγωνιστικότητα έναντι άλλων αγορών.
Η έκθεση αναδεικνύει ότι ο κατακερματισμός αφορά τόσο τις μετασυναλλακτικές λειτουργίες –εκκαθάριση, διακανονισμό και φύλαξη τίτλων– όσο και την έκδοση τίτλων και τις εισαγωγές εταιρειών στα χρηματιστήρια. Ενδεικτικά, την περίοδο 2020–2025 η αξία των IPOs στην Ευρώπη αντιστοιχούσε μόλις στο 0,6% του ΑΕΠ, έναντι 2,1% στις ΗΠΑ. Παράλληλα, το ποσοστό των ευρωπαϊκών εταιρειών που επιλέγουν την αμερικανική αγορά για εισαγωγή έχει τριπλασιαστεί από το 2015, φθάνοντας στο 22%.
Για να περιγράψουν την αναποτελεσματικότητα, οι αναλυτές της Citi παρομοιάζουν τις ευρωπαϊκές κεφαλαιαγορές με ένα δίκτυο χωρίς κοινά «πρωτόκολλα», σε αντίθεση με τις τηλεπικοινωνίες, όπου η διαλειτουργικότητα επιτρέπει απρόσκοπτες συνδέσεις σε ολόκληρη την ήπειρο.