Οι επεκτατικές δημοσιονομικές πολιτικές που εφαρμόζουν μεγάλες οικονομίες οδηγούν σε αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων τους, επηρεάζοντας τις διεθνείς αγορές κρατικού χρέους και συναλλάγματος, με αντίκτυπο σε όλες τις οικονομίες. Οι επενδυτές γίνονται πιο ευαίσθητοι σε μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα, ειδικά όταν αυτά συνδέονται με υψηλό και αυξανόμενο δημόσιο χρέος. Αυτό αποδεικνύεται από τη σταθερή αύξηση στην απόδοση των 10ετών ιαπωνικών ομολόγων από το 2023, με την τελευταία αύξηση κατά 30 μονάδες βάσης στο 2,37% την περασμένη εβδομάδα, μετά τις προεκλογικές εξαγγελίες της πρωθυπουργού Σανάε Τακαΐτσι για κατάργηση του φόρου κατανάλωσης 8% στα τρόφιμα. Το δημόσιο χρέος της Ιαπωνίας πλησιάζει το 240% του ΑΕΠ, το υψηλότερο μεταξύ των αναπτυγμένων οικονομιών.

Το χρέος της Ιαπωνίας παρέμεινε πάνω από το 200% του ΑΕΠ μετά την κρίση του 2008-2009 και αγοραζόταν κυρίως από εγχώριους επενδυτές, με απόδοση λίγο πάνω από το μηδέν, καθώς ο πληθωρισμός ήταν αρνητικός ή οριακά θετικός. Ωστόσο, μετά την ενεργειακή κρίση, ο πληθωρισμός στην Ιαπωνία άρχισε να αυξάνεται, φτάνοντας περίπου το 3% κατά μέσο όρο την περίοδο 2023-2025. Με το δημόσιο χρέος στα ύψη και τον πληθωρισμό αυξημένο, η επεκτατική δημοσιονομική πολιτική της νέας ιαπωνικής κυβέρνησης αυξάνει τον κίνδυνο απωλειών για τους επενδυτές, οι οποίοι σπεύδουν να πουλήσουν το χρέος της, με αποτέλεσμα οι τιμές των ομολόγων να υποχωρούν και οι αποδόσεις τους να έχουν αυξηθεί συνολικά κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες από το 2023.

Τα αμερικανικά ομόλογα (Treasuries) είναι μια άλλη περίπτωση όπου οι αποδόσεις τους παραμένουν υψηλές, λόγω πολύ υψηλών ελλειμμάτων και του ταχύτατα αυξανόμενου χρέους, καθώς και της προσπάθειας του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ να επηρεάσει την πολιτική επιτοκίων της Fed. Η απόδοση των 10ετών Treasuries αυξήθηκε 15 μονάδες βάσης στο 4,29% την περασμένη εβδομάδα, κατά τη διάρκεια της αντιπαράθεσης με την Ευρώπη για το μέλλον της Γροιλανδίας και της ποινικής δίωξης κατά του Προέδρου της Fed, Τζερόμ Πάουελ. Αν και είναι μειωμένη κατά περίπου 28 μ.β. σε σχέση με ένα χρόνο πριν, παραμένει σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, καθώς το δημοσιονομικό έλλειμμα εκτιμάται ότι θα φτάσει το 5,9% του ΑΕΠ το 2025 και το χρέος στο 124%, με προοπτική να φτάσει το 240% το 2030, σύμφωνα με τον οίκο πιστοληπτικής αξιολόγησης Scope.

Η αύξηση των τόκων για την εξυπηρέτηση του αμερικανικού χρέους ενισχύει τη δυναμική του. Οι πωλήσεις των ιαπωνικών και αμερικανικών ομολόγων από τους επενδυτές οδήγησαν σε μεγάλη υποχώρηση των ισοτιμιών των νομισμάτων τους, τα οποία ήταν, ιδιαίτερα το αμερικανικό, σταθερά σημεία αναφοράς για τους επενδυτές επί πολλές δεκαετίες. Το αμερικανικό νόμισμα υποχώρησε στο χαμηλότερο επίπεδο έναντι των άλλων μεγάλων νομισμάτων εδώ και πολλά χρόνια, με την ισοτιμία του ευρώ να ξεπερνά τα 1,20 δολάρια. Το ιαπωνικό γιεν επίσης κατρακύλησε, ενώ κυκλοφόρησαν φήμες για κοινή παρέμβαση στήριξής τους από Τόκιο και Ουάσιγκτον.

Η συνέπεια είναι ότι το δολάριο και το γιεν έχουν χάσει το στάτους του ασφαλούς επενδυτικού καταφυγίου, όπου προσέφευγαν οι επενδυτές σε περιόδους κρίσης και αβεβαιότητας. Αντίθετα, οι επενδυτές επιθυμούν να ξεφορτωθούν τα νομίσματα αυτά υπό τον φόβο περαιτέρω υποχώρησης των ισοτιμιών τους. Το μόνο νόμισμα που εξακολουθεί να παίζει τον ρόλο του ασφαλούς καταφυγίου είναι το ελβετικό φράγκο, το οποίο ενισχύθηκε έναντι όλων των νομισμάτων, με την ισοτιμία του ευρώ να υποχωρεί κάτω από τα 0,92 φράγκα. Τα 10ετή ελβετικά ομόλογα είναι τα μόνα με απόδοση κοντά στο μηδέν (0,18%), καθώς η Ελβετία έχει μηδενικό πληθωρισμό και ισχυρά δημοσιονομικά δεδομένα.

Ο αντίκτυπος από την αύξηση των αποδόσεων των ιαπωνικών ομολόγων στην ευρωπαϊκή αγορά κρατικών τίτλων ήταν περιορισμένος και τελικά απορροφήθηκε. Στην Ελλάδα, η απόδοση των 10ετών τίτλων του δημοσίου διαμορφώθηκε στο 3,46% την Παρασκευή, στα ίδια περίπου επίπεδα με των αντίστοιχης διάρκειας γαλλικών και ιταλικών τίτλων, αναδεικνύοντας τη σημασία της ισχυρής δημοσιονομικής θέσης της χώρας. Ο οικονομολόγος του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), Matthias Gnewuch, τόνισε ότι τα ελληνικά ομόλογα έχουν ενοποιηθεί πλέον με τα ομόλογα των άλλων χωρών της Ευρωζώνης. «Για χώρες, όπως η Ελλάδα, αυτή η επανένταξη σηματοδοτεί ένα πιο σημαντικό επίτευγμα: ισχυρότερη εμπιστοσύνη των αγορών, μειωμένες αποδόσεις των κρατικών ομολόγων και βελτιωμένες συνθήκες χρηματοδότησης που υποστηρίζονται από διαρκή οικονομική ανάκαμψη και δημοσιονομικά πλεονάσματα», σημειώνει, προσθέτοντας ότι η ενοποίηση έχει ως αποτέλεσμα να επηρεάζεται η απόδοση των ελληνικών ομολόγων από την πορεία που ακολουθούν οι αποδόσεις των γερμανικών τίτλων.