Το ανοδικό σερί των ευρωπαϊκών αμυντικών μετοχών, που είχε οδηγήσει τον κλάδο σε ιστορικά υψηλά, αρχίζει να χάνει τη δυναμική του, καθώς οι αγορές στρέφουν το βλέμμα από τις προσδοκίες στην πραγματική απόδοση. Παρά τη συνεχιζόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία, τον νέο πόλεμο στη Μέση Ανατολή και την αύξηση των στρατιωτικών προϋπολογισμών, οι μετοχές του κλάδου κινούνται σε στάσιμα επίπεδα από τα μέσα Ιανουαρίου. Ακόμη και εταιρείες όπως η Rheinmetall διαπραγματεύονται περίπου 20% χαμηλότερα από τα υψηλά του Σεπτεμβρίου.
Ο κλάδος είχε σχεδόν διπλασιαστεί το 2025 και κατέγραψε ιστορικά υψηλά στις αρχές του 2026. Αν και σημειώθηκε μια σύντομη άνοδος με την έναρξη της σύγκρουσης στο Ιράν, η τάση πλέον είναι πιο ασταθής, επηρεαζόμενη τόσο από τις προσδοκίες για αυξημένες δαπάνες — με τους ευρωπαϊκούς αμυντικούς προϋπολογισμούς να έχουν αυξηθεί κατά 63% από το 2020 — όσο και από το ευρύτερο sell-off στις αγορές. Οι αποτιμήσεις έχουν φτάσει σε επίπεδα υψηλότερα ακόμη και από τον τεχνολογικό ή τον πολυτελή κλάδο, με τις αμυντικές εταιρείες να διαπραγματεύονται ψηλά σε σχέση με τον δείκτη Stoxx Europe 600. Αυτό οδηγεί τους επενδυτές να απαιτούν σαφείς αποδείξεις ότι οι εταιρείες μπορούν να παραδώσουν τον εξοπλισμό που χρειάζονται οι στρατοί και να επιτύχουν την κερδοφορία που προεξοφλείται στις τιμές.
Όπως επισημαίνει ο επενδυτικός στρατηγικός αναλυτής Γιούστ φαν Λέντερς, οι γεωπολιτικές εντάσεις έχουν ήδη ενσωματωθεί στις αποτιμήσεις. Το κρίσιμο ερώτημα πλέον είναι αν οι εταιρείες μπορούν να προσαρμοστούν στη νέα μορφή πολέμου. Οι συγκρούσεις σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή χαρακτηρίζονται από εκτεταμένη χρήση drones, την ώρα που πολλές ευρωπαϊκές εταιρείες εξακολουθούν να επικεντρώνονται σε «βαρύ εξοπλισμό», όπως άρματα και πυροβόλα. «Δεν αρκεί να παράγεις περισσότερο εξοπλισμό — πρέπει να ανταποκρίνεσαι και στο είδος της σύγκρουσης», σημειώνει.
Η επιφυλακτικότητα αποτυπώνεται και στην αγορά αρχικών δημόσιων προσφορών. Η Gabler Group, που δραστηριοποιείται σε εξαρτήματα υποβρυχίων, κατέγραψε πτώση στην πρώτη ημέρα διαπραγμάτευσης, σε αντίθεση με τις ισχυρές επιδόσεις προηγούμενων IPOs στον κλάδο. Η CSG παρουσίασε καλύτερη εικόνα, ωστόσο αναλυτές επισημαίνουν σημαντικό χάσμα αποτίμησης σε σχέση με ανταγωνιστές. Επόμενη στη λίστα είναι η Vincorion, εταιρεία αμυντικής τεχνολογίας που συμμετέχει σε συστήματα όπως το Patriot της Raytheon, με την εισαγωγή της στο χρηματιστήριο της Φρανκφούρτης να αναμένεται στις 20 Μαρτίου.
Η Rheinmetall, η μεγαλύτερη αμυντική εταιρεία της Γερμανίας, υποχώρησε μετά από απογοητευτικές προβλέψεις πωλήσεων, παρά το ιστορικά υψηλό ανεκτέλεστο υπόλοιπο παραγγελιών. Αναλυτές της JPMorgan επισημαίνουν ότι η επενδυτική αφήγηση μετατοπίζεται από τις προσδοκίες ανάπτυξης στην ικανότητα εκτέλεσης των σχεδίων. Ωστόσο, άλλοι θεωρούν ότι η πτώση αποτελεί ευκαιρία τοποθέτησης, κάνοντας λόγο για προσωρινό «έλλειμμα εμπιστοσύνης».
Οι επενδυτές παρακολουθούν στενά την προσαρμογή των εταιρειών στις νέες τεχνολογίες, με έμφαση σε drones, τεχνητή νοημοσύνη και ψηφιακά συστήματα μάχης. Το ΝΑΤΟ αναμένεται να συζητήσει επενδύσεις σε αυτές τις τεχνολογίες στη σύνοδο του Ιουλίου, ενώ εταιρείες όπως η Leonardo στρέφονται ήδη προς δικτυοκεντρικές λύσεις, κυβερνοασφάλεια και υπολογιστικά συστήματα υψηλών επιδόσεων. Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και στις ΗΠΑ, όπου οι αμυντικές μετοχές διαπραγματεύονται σε υψηλούς πολλαπλασιαστές, με ορισμένους επενδυτές να εξετάζουν το ενδεχόμενο ρευστοποιήσεων βραχυπρόθεσμα. Η αυξανόμενη χρήση drones και πυραυλικών συστημάτων οδηγεί σε επαναξιολόγηση του ποιοι θα είναι οι πραγματικοί νικητές του κλάδου στο μέλλον.