Η παγκόσμια πιστοληπτική εικόνα παραμένει σταθερή, ωστόσο το 2026 αναμένεται να είναι ένα ακόμη έτος δοκιμασιών για την οικονομία και τις αγορές, σύμφωνα με τη νέα ανάλυση της Fitch για τους παγκόσμιους κινδύνους. Ο οίκος αξιολόγησης εκτιμά ότι, γενικά, οι πιστωτικές συνθήκες παραμένουν σχετικά ευνοϊκές, ενώ η ανθεκτικότητα που παρουσίασε το παγκόσμιο σύστημα το 2025 αναμένεται να συνεχιστεί. Παράλληλα, επισημαίνει ότι το περιβάλλον κινδύνου παραμένει έντονο, με βασικές πηγές αβεβαιότητας το διεθνές εμπόριο, τη μεταβλητότητα των αγορών κεφαλαίου, τις γεωπολιτικές εξελίξεις και τις αλλαγές στη δημοσιονομική και οικονομική πολιτική μεγάλων οικονομιών.

Στο βασικό της σενάριο, η Fitch προβλέπει ότι η παγκόσμια οικονομία θα επιβραδυνθεί ελαφρώς το 2026. Ο ρυθμός ανάπτυξης εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 2,4%, από 2,7% το 2025. Η επιβράδυνση αναμένεται να είναι εμφανής στις περισσότερες μεγάλες οικονομίες. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η ανάπτυξη προβλέπεται να υποχωρήσει στο 2% από 2,2%, ενώ στην ευρωζώνη στο 1,3% από 1,5%. Η Κίνα αποτελεί τη σημαντικότερη πηγή ανησυχίας για τους αναλυτές του οίκου, καθώς η οικονομία της χώρας αντιμετωπίζει αδύναμη εγχώρια ζήτηση, χαμηλή κατανάλωση και σημαντική πτώση των επενδύσεων, με αποτέλεσμα η ανάπτυξη να επιβραδυνθεί στο 4,1% από 5%.

Παρά τις προκλήσεις, η συνολική εικόνα των πιστωτικών προοπτικών παραμένει σχετικά ισορροπημένη. Περισσότερο από το 75% των κλαδικών προβλέψεων για το 2026 χαρακτηρίζονται «ουδέτερες», γεγονός που σημαίνει ότι για περισσότερους από 250 κλάδους της παγκόσμιας οικονομίας δεν αναμένεται σημαντική μεταβολή των πιστωτικών συνθηκών. Οι συνολικές τάσεις στις αξιολογήσεις επιβεβαιώνουν αυτή την εικόνα, καθώς οι προοπτικές των αξιολογήσεων παραμένουν σε γενικές γραμμές ισορροπημένες, αν και υπάρχει μια ελαφρά αρνητική κλίση τόσο στις επενδυτικές όσο και στις χαμηλότερες κατηγορίες αξιολόγησης.

Ωστόσο, περίπου το ένα τέταρτο των κλάδων εμφανίζει μη ουδέτερες προοπτικές για το 2026. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι προοπτικές χαρακτηρίζονται επιδεινούμενες, γεγονός που δείχνει ότι αρκετοί τομείς της οικονομίας ενδέχεται να αντιμετωπίσουν δυσκολότερο λειτουργικό περιβάλλον. Οι κυριότεροι παράγοντες πίεσης συνδέονται με την επιβράδυνση της εγχώριας ζήτησης στην Κίνα, τις πιέσεις στους Αμερικανούς καταναλωτές, την αβεβαιότητα γύρω από την εμπορική πολιτική και τους δασμούς των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς και τις μακροοικονομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο Καναδάς. Οι εξελίξεις αυτές επηρεάζουν σειρά κλάδων της οικονομίας, όπως η ναυτιλία, τα λιμάνια, η αυτοκινητοβιομηχανία και η χημική βιομηχανία.

Ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας κινδύνου αφορά τις αγορές κεφαλαίου. Οι αποτιμήσεις των χρηματιστηρίων παραμένουν κοντά σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, ενώ οι πιστωτικές αποδόσεις κινούνται σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα. Η ισχυρή επενδυτική δραστηριότητα γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη έχει συμβάλει σημαντικά στην άνοδο των χρηματιστηρίων αλλά και στην αυξημένη έκδοση εταιρικών ομολόγων. Αυτή η εξέλιξη έχει οδηγήσει ορισμένους αναλυτές να εκφράζουν ανησυχίες για πιθανή δημιουργία επενδυτικής «φούσκας», ιδιαίτερα εάν οι προσδοκίες για τα μελλοντικά έσοδα από τις νέες τεχνολογίες αποδειχθούν υπερβολικές.

Παράλληλα, οι ανησυχίες για τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους στις ανεπτυγμένες οικονομίες παραμένουν έντονες. Μετά από χρόνια αύξησης του χρέους, δεν διαφαίνεται ουσιαστική πολιτική βούληση για σημαντική δημοσιονομική προσαρμογή σε μεγάλες οικονομίες. Ταυτόχρονα, η γεωπολιτική εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες αβεβαιότητας για τις αγορές. Πέρα από τις ήδη γνωστές εστίες έντασης στη Μέση Ανατολή και την Ασία, νέες τριβές έχουν αναδυθεί και στις σχέσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρώπης, με αφορμή ζητήματα που αφορούν τη Γροιλανδία και την εμπορική πολιτική. Οι εξελίξεις αυτές δείχνουν ότι, παρότι το βασικό σενάριο για το 2026 παραμένει σχετικά σταθερό, το παγκόσμιο πιστωτικό σύστημα θα συνεχίσει να δοκιμάζεται από ένα περιβάλλον αυξημένων γεωπολιτικών και οικονομικών κινδύνων.