Μετά την ραγδαία κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή, οι επενδυτές αντιμετωπίζουν σημαντικές αντιδράσεις στην αγορά. Σύμφωνα με ανάλυση της γερμανικής Handelsblatt, σε τέτοιες περιπτώσεις, οι επενδυτές συνήθως στρέφονται σε ασφαλή καταφύγια όπως ο χρυσός. Η αντίδραση στα αμερικανικά ομόλογα και το ελβετικό φράγκο αναμένεται να είναι πιο έντονη και αποφασιστική από ό,τι στο παρελθόν. Η κλίμακα των επιθέσεων και η αντίδραση του Ιράν ξεπέρασαν τις προβλέψεις των αγορών μόλις την Παρασκευή. Έτσι, η στρατηγική για τις επόμενες ημέρες είναι: «Πρώτα ασφαλή καταφύγια και μετά ερωτήσεις», όπως αναφέρει ο Τζον Μπριγκς, επικεφαλής στρατηγικής επιτοκίων στη Natixis.
Τέσσερις πτυχές θα αποκτήσουν σημασία τις επόμενες ημέρες. Πρώτον, το ζήτημα της διαδοχής στο Ιράν, το οποίο θα απασχολήσει και τη Wall Street. Η έλλειψη συναίνεσης πριν από τις επιθέσεις σχετικά με το πώς θα μπορούσε να μοιάζει το Ιράν μετά την Ισλαμική Δημοκρατία «αποτελεί σοβαρή επιπλοκή», προειδοποίησε ο Στέφεν Ντόβερ, επικεφαλής του Ινστιτούτου Franklin Templeton. Αυτό αυξάνει τις ανησυχίες στις αγορές ότι, όπως και στην περίπτωση του Ιράκ, θα μπορούσε να υπάρξει περαιτέρω κατακερματισμός και μεγαλύτερη αβεβαιότητα. Οι επενδυτές θα παρακολουθούν επίσης στενά τον κίνδυνο κλιμάκωσης της σύγκρουσης, καθώς η εμπλοκή γειτονικών αραβικών χωρών θα καθιστούσε την αποκλιμάκωση πιο δύσκολη.
Δεύτερον, αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει τους επενδυτές να αποθηκεύουν τα κεφάλαιά τους σε ασφαλή καταφύγια για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από ό,τι στο παρελθόν. Οι αγορές έχουν επανειλημμένα αντιμετωπίσει γεωπολιτικές κρίσεις τα τελευταία χρόνια, με τις τιμές των μετοχών να μειώνονται μόνο για λίγο, κάτι που έχει αποδειχθεί ευκαιρία αγοράς για επενδυτές με «ατσάλινα» νεύρα. Αυτή τη φορά, ωστόσο, η κατάσταση μπορεί να είναι διαφορετική, καθώς το κλίμα απέναντι στα περιουσιακά στοιχεία υψηλού κινδύνου δεν είναι τόσο θετικό όσο πέρυσι. Ο φόβος ότι οι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας επενδύουν υπερβολικά στην τεχνητή νοημοσύνη ασκεί καθοδική πίεση στις τιμές των μετοχών τους, ενώ υπάρχει και ο φόβος ότι η τεχνολογία θα μπορούσε να καταστήσει πολλές εταιρείες παρωχημένες.
Τρίτον, μια παρατεταμένη σύγκρουση θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημαντικές μακροοικονομικές αλλαγές. Η αβεβαιότητα θα μπορούσε να προκαλέσει άνοδο των τιμών του πετρελαίου, κάτι που ήδη παρατηρείται. Αυτό θα δημιουργούσε νέες προκλήσεις για ορισμένες αναδυόμενες αγορές, όπως η Ινδία, η Τουρκία και η Αίγυπτος, οι οποίες θα αισθανθούν γρήγορα τις επιπτώσεις. Η οικονομία στην Ευρώπη, που μόλις αρχίζει να ανακάμπτει, θα υποστεί επίσης οπισθοδρόμηση λόγω των υψηλότερων τιμών ενέργειας.
Τέλος, τα κλασικά περιουσιακά στοιχεία κρίσης θα μπορούσαν να επηρεάσουν ξανά τις τιμές των μετοχών. Υπάρχει ήδη μια τάση προς τις βιομηχανικές μετοχές, οι οποίες δεν μπορούν να αντικατασταθούν από την τεχνητή νοημοσύνη τόσο γρήγορα. Ο Joe Gilbert, διαχειριστής χαρτοφυλακίου στην Integrity Asset Management, θεωρεί νικητές τις μετοχές ενέργειας, μετάλλων, ακινήτων και υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, καθώς και τις μετοχές του αμυντικού κλάδου.