Η κινεζική οικονομία έκλεισε το 2025 με τον ασθενέστερο τριμηνιαίο ρυθμό ανάπτυξης των τελευταίων σχεδόν τριών ετών, καθώς η εγχώρια κατανάλωση αποδείχθηκε κατώτερη των προσδοκιών, επιβεβαιώνοντας τις ανισορροπίες στο αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Στατιστικής Υπηρεσίας της Κίνας, το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 4,5% το τέταρτο τρίμηνο (Οκτώβριος–Δεκέμβριος), από 4,8% το τρίτο τρίμηνο, καταγράφοντας τη χαμηλότερη επίδοση από τις αρχές του 2023. Σε ετήσια βάση, ωστόσο, η οικονομία αναπτύχθηκε κατά 5%, επιτυγχάνοντας τον επίσημο στόχο του Πεκίνου.

Τα επιμέρους στοιχεία του Δεκεμβρίου σκιαγραφούν μια οικονομία δύο ταχυτήτων. Οι λιανικές πωλήσεις – βασικός δείκτης κατανάλωσης – αυξήθηκαν μόλις 0,9% σε ετήσια βάση, χαμηλότερα από τις προβλέψεις των οικονομολόγων (1,2%) και στο χαμηλότερο επίπεδο από τα τέλη του 2022. Αντίθετα, η βιομηχανική παραγωγή ενισχύθηκε κατά 5,2%, ξεπερνώντας τις εκτιμήσεις και καταγράφοντας επιτάχυνση σε σχέση με τον Νοέμβριο, γεγονός που υπογραμμίζει τη συνεχιζόμενη στήριξη της ανάπτυξης από τη μεταποίηση και τις εξαγωγές.

Οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου συρρικνώθηκαν κατά 3,8% το 2025, χειρότερα από τις εκτιμήσεις, με την αγορά ακινήτων να παραμένει ο μεγάλος «ασθενής»: οι επενδύσεις στην ανάπτυξη ακινήτων κατέρρευσαν κατά 17,2%, επιδεινώνοντας περαιτέρω την κρίση του κλάδου. Το ποσοστό αστικής ανεργίας παρέμεινε αμετάβλητο στο 5,1%, χωρίς ωστόσο να αμβλύνει τις ανησυχίες για την υποτονική εγχώρια ζήτηση.

Μετά τη δημοσιοποίηση των στοιχείων, ο δείκτης CSI 300 ενισχύθηκε αρχικά κατά 0,6%, πριν περιορίσει τα κέρδη του, ενώ στο Χονγκ Κονγκ ο Hang Seng Index υποχώρησε κατά 0,8%. Το γουάν ενισχύθηκε ελαφρώς έναντι του δολαρίου, φτάνοντας στο ισχυρότερο επίπεδο από τον Μάιο του 2023.

Η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου επέδειξε αντοχές το 2025, κυρίως χάρη στις εξαγωγές. Η Κίνα κατέγραψε ρεκόρ εμπορικού πλεονάσματος σχεδόν 1,2 τρισ. δολαρίων, καθώς οι επιχειρήσεις ανακατεύθυναν αποστολές προς αγορές εκτός ΗΠΑ, περιορίζοντας τον αντίκτυπο των αμερικανικών δασμών. Ωστόσο, οι πιέσεις παραμένουν: οι απειλές για νέους δασμούς από την Ουάσιγκτον και η λήξη της εμπορικής εκεχειρίας αργότερα μέσα στο έτος εντείνουν την αβεβαιότητα, ενώ οι εμπορικοί εταίροι κατηγορούν το Πεκίνο για υπερβάλλουσα παραγωγική ικανότητα και «πλημμύρα» φθηνών προϊόντων.

Η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας ανακοίνωσε πρόσφατα μέτρα χαλάρωσης της πιστωτικής πολιτικής, με μειώσεις επιτοκίων και ενίσχυση ειδικών προγραμμάτων δανεισμού. Παράλληλα, οι αναλυτές της Goldman Sachs εκτιμούν ότι εντός του πρώτου τριμήνου θα υπάρξουν νέες μειώσεις επιτοκίων και υποχρεωτικών αποθεματικών. Παρά τις παρεμβάσεις, οι οικονομολόγοι προειδοποιούν: η παρατεταμένη αδυναμία της κατανάλωσης και η κατάρρευση των επενδύσεων καθιστούν την Κίνα ολοένα και πιο εξαρτημένη από τις εξαγωγές, ένα μοντέλο που – όπως τονίζουν – εγκυμονεί μακροπρόθεσμους κινδύνους όχι μόνο για την ίδια, αλλά και για την παγκόσμια οικονομία.