Η αρχική προσπάθεια της Wall Street να ανακάμψει τη Δευτέρα από την έντονη πτώση της προηγούμενης εβδομάδας δεν είχε επιτυχία, καθώς οι φόβοι των επενδυτών για τον πόλεμο και την ενεργειακή κρίση περιόρισαν τα κέρδη της αγοράς, οδηγώντας τους δείκτες S&P 500 και Nasdaq σε αρνητικό έδαφος. Ο Dow Jones ήταν ο μόνος που παρέμεινε ελαφρώς θετικός, με αύξηση 0,11% στις 45.216 μονάδες. Αντίθετα, ο S&P 500 σημείωσε πτώση 0,39% στις 6.343 μονάδες, ενώ ο Nasdaq υποχώρησε κατά 0,73% στις 20.794 μονάδες. Με αυτή την επίδοση, ο S&P 500 κατευθύνεται προς τον χειρότερο μήνα από το 2022, ενώ ο Nasdaq έχει ξεπεράσει το όριο που υποδεικνύει τεχνική διόρθωση.

Ο δείκτης φόβου VIX παρέμεινε πάνω από το όριο των 30 μονάδων, φτάνοντας το 31,32. Στην αγορά ομολόγων, η απόδοση του 10ετούς υποχώρησε κατά σχεδόν δέκα μονάδες στο 4,34%, ενώ του 2ετούς προσγειώθηκε στο 3,82%. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, δήλωσε σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι οι ΗΠΑ «βρίσκονται σε σοβαρές συζητήσεις» με το Ιράν για τον τερματισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων, επαναλαμβάνοντας τις απειλές του για καταστροφή των ενεργειακών υποδομών της χώρας, εάν δεν ανοίξουν σύντομα τα Στενά του Ορμούζ.

Τα αντικρουόμενα μηνύματα για ειρήνη και οι συνεχείς συγκρούσεις επιβάρυναν το επενδυτικό κλίμα, οδηγώντας τον Nasdaq Composite και τον Dow σε ζώνη διόρθωσης, με απώλειες άνω του 10% από τα πρόσφατα ιστορικά υψηλά. Οι επενδυτές αξιολόγησαν επίσης τις αντιφατικές δηλώσεις του προέδρου της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Federal Reserve), Τζερόμ Πάουελ, ο οποίος δήλωσε ότι η κεντρική τράπεζα θα επιτύχει τον στόχο του 2% για τον πληθωρισμό, αλλά προειδοποίησε ότι μια αύξηση επιτοκίων τώρα θα μπορούσε να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομία στο μέλλον.

Μέχρι το πρωί της Παρασκευής, οι αγορές έδιναν πιθανότητες άνω του 50% για αύξηση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης, αλλά μετά τις δηλώσεις Πάουελ, οι πιθανότητες αύξησης έως τον Δεκέμβριο υποχώρησαν στο 2,2%. Σύμφωνα με το εργαλείο CME FedWatch, οι αγορές δεν αναμένουν πλέον μειώσεις επιτοκίων φέτος, αν και τα επερχόμενα στοιχεία για την αγορά εργασίας θα καθορίσουν την πορεία της πολιτικής, μαζί με τον συνολικό αντίκτυπο του πολέμου στον πληθωρισμό και την οικονομία.

Η Federal Reserve αναγνωρίζει ότι οι υψηλότερες τιμές πετρελαίου θα αυξήσουν τον πληθωρισμό βραχυπρόθεσμα, αν και το μέγεθος και η διάρκεια του φαινομένου παραμένουν αβέβαια. Οικονομολόγοι που συμμετείχαν σε έρευνα του Reuters προέβλεψαν ότι ο βασικός δείκτης PCE μπορεί να φτάσει περίπου το 3,3% το δεύτερο τρίμηνο του 2026, υψηλότερα από τον στόχο του 2%. Παράλληλα, η OECD εκτίμησε ότι σε περίπτωση παρατεταμένου πολέμου, ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ θα μπορούσε να φτάσει έως και το 4,2%.

Ο Μάικ Γουίλσον της Morgan Stanley σχολίασε ότι η πτώση των μετοχών τις τελευταίες πέντε εβδομάδες «πλησιάζει στα τελικά στάδιά της», υποδηλώνοντας ότι οι επενδυτές έχουν ήδη ενσωματώσει περισσότερους κινδύνους ανάπτυξης από ό,τι πιστεύει το γενικό consensus. Στον τομέα των μετοχών, οι χαμένοι προήλθαν κυρίως από τον τεχνολογικό και βιομηχανικό κλάδο. Η Micron Technology κατέρρευσε περίπου 10%, καθώς ο κλάδος ημιαγωγών πιέστηκε λόγω ανησυχιών για τη ζήτηση και τις εξελίξεις στην τεχνητή νοημοσύνη.

Συνολικά, οι εταιρείες hardware και μικροτσίπ δέχθηκαν ισχυρό πλήγμα, με ETFs ημιαγωγών να υποχωρούν έντονα. Η Tesla βρέθηκε επίσης υπό πίεση λόγω εκτιμήσεων για χαμηλότερες παραδόσεις οχημάτων, ενώ σε αρνητικό έδαφος κινήθηκαν η Canadian Solar, η Newmont και η Hycroft Mining λόγω μεταβλητότητας στα commodities. Αντίθετα, οι κερδισμένοι περιλάμβαναν εταιρείες με έκθεση σε ενέργεια και πρώτες ύλες, με τις ενεργειακές μετοχές να σημειώνουν 14η συνεχόμενη εβδομάδα κερδών, το μεγαλύτερο σερί στην ιστορία.

Κέρδη αποκόμισαν και οι εταιρείες αλουμινίου, όπως η Alcoa και η Century Aluminum, λόγω ανησυχιών για διαταραχές στην προσφορά αλουμινίου από ιρανικές επιθέσεις. Η Palo Alto Networks ενισχύθηκε κοντά στο 5% μετά από αγορές μετοχών από insiders και ανάκαμψη του κλάδου κυβερνοασφάλειας, ενώ στον Dow, εταιρείες όπως η Salesforce, η Microsoft, η Disney και η American Express κινήθηκαν ανοδικά, κυρίως λόγω τοποθετήσεων σε πιο «αμυντικά» και ποιοτικά blue chips μέσα σε περιβάλλον αβεβαιότητας.