Ο Φεβρουάριος ξεκίνησε θετικά για τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια, καθώς οι δείκτες κατάφεραν να αντισταθούν στις αρχικές πιέσεις και να κινηθούν ανοδικά, με το ισχυρό sell-off στα πολύτιμα μέταλλα να καταλαγιάζει. Ο πανευρωπαϊκός δείκτης Stoxx 600 ενισχύθηκε κατά 1,03% φτάνοντας τις 617,31 μονάδες, με τους περισσότερους επιμέρους κλάδους να κινούνται σε θετικό έδαφος. Στις μεγάλες αγορές, ο γερμανικός DAX σημείωσε άλμα 1,05% στις 24.797 μονάδες, ο γαλλικός CAC 40 αυξήθηκε κατά 0,67% στις 8.181 μονάδες, ενώ ο FTSE 100 στο Λονδίνο κατέγραψε άνοδο 1,15% φτάνοντας τις 10.341 μονάδες. Στην περιφέρεια, ο FTSE MIB κέρδισε 1,05% φτάνοντας τις 46.005 μονάδες και ο IBEX 35 στη Μαδρίτη διαμορφώθηκε στις 18.115 μονάδες, αυξημένος κατά 1,31%.

Οι επενδυτές ανησύχησαν από την απότομη και ισχυρή διόρθωση στα πολύτιμα μέταλλα, αν και το τοπίο σήμερα φαίνεται να ομαλοποιείται μετά το σοκ της Παρασκευής. Η αναταραχή εντάθηκε την περασμένη εβδομάδα με την υποψηφιότητα του Κέβιν Γουόρς για τη θέση του προέδρου της Fed, γεγονός που ενίσχυσε απότομα το δολάριο και οδήγησε πολλούς επενδυτές σε ρευστοποιήσεις, τερματίζοντας το ράλι που είχε εκτοξεύσει τα πολύτιμα μέταλλα σε ιστορικά υψηλά. Στη συνεδρίαση της Δευτέρας, η τιμή spot του χρυσού υποχώρησε περίπου 4,8% στα 4.657 δολάρια την ουγγιά, μετά τη βουτιά σχεδόν 10% της Παρασκευής, που ήταν η μεγαλύτερη ημερήσια πτώση από το 1983. Το ασήμι, που είχε ενισχυθεί λόγω ζήτησης ασφαλούς καταφυγίου, παρέμεινε υπό πίεση με κάμψη 7,8% μετά τη «βουτιά» κοντά στο 30% την Παρασκευή, τη χειρότερη από τον Μάρτιο του 1980.

Η απόφαση της CME Group να αυξήσει τα περιθώρια ασφάλισης σε σειρά συμβολαίων μετάλλων από το κλείσιμο της αγοράς τη Δευτέρα, ενίσχυσε τις ανησυχίες ότι ορισμένοι επενδυτές δυσκολεύονται να καλύψουν margin calls και ενδέχεται να αναγκαστούν σε περαιτέρω ρευστοποιήσεις. Στο εταιρικό μέτωπο, η εβδομάδα αναμένεται «βαριά», καθώς περίπου το 30% της κεφαλαιοποίησης του δείκτη EuroSTOXX πρόκειται να ανακοινώσει αποτελέσματα. Η ιταλική Intesa Sanpaolo ανακοίνωσε άνοδο 7,6% στα καθαρά κέρδη του 2025, φτάνοντας τα 9,3 δισ. ευρώ, και ανακοίνωσε σχέδια επιστροφής 8,8 δισ. ευρώ στους μετόχους μέσω μερισμάτων και επαναγορών μετοχών. Η ελβετική Julius Baer κατέγραψε καθαρά κέρδη 764 εκατ. ελβετικών φράγκων για το 2025, μειωμένα κατά 25% σε σχέση με το 2024, αλλά ελαφρώς υψηλότερα από τις εκτιμήσεις της αγοράς.

Στη Wall Street, το ενδιαφέρον στρέφεται στους τεχνολογικούς κολοσσούς Alphabet και Amazon, που ανακοινώνουν αποτελέσματα σε μια περίοδο που το κλίμα για τις μετοχές που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη έχει επιβαρυνθεί, μετά τα αποτελέσματα της Microsoft, τα οποία ανέδειξαν το αυξημένο κόστος των επενδύσεων στην ΑΙ. Στο μακροοικονομικό σκέλος, τα στοιχεία έδειξαν μικρή άνοδο 0,1% στις λιανικές πωλήσεις της Γερμανίας τον Δεκέμβριο, μετά την πτώση 0,5% τον προηγούμενο μήνα. Σε επίπεδο Ευρωζώνης, η μεταποιητική δραστηριότητα συνέχισε να συρρικνώνεται τον Ιανουάριο, αλλά με πιο ήπιο ρυθμό, καθώς η παραγωγή επέστρεψε σε θετικό έδαφος, σύμφωνα με τα τελικά στοιχεία της S&P Global. Ο τελικός δείκτης PMI HCOB διαμορφώθηκε στις 49,5 μονάδες από 48,8 τον Δεκέμβριο, παραμένοντας για τρίτο συνεχόμενο μήνα κάτω από το όριο των 50 μονάδων που διαχωρίζει την ανάπτυξη από τη συρρίκνωση.

Η παραγωγή αυξήθηκε για δέκατη φορά τους τελευταίους έντεκα μήνες, ωστόσο οι νέες παραγγελίες και οι εξαγωγές μειώθηκαν εκ νέου, οι απώλειες θέσεων εργασίας συνεχίστηκαν και οι επιχειρήσεις περιόρισαν τις αγορές τους. Παρ’ όλα αυτά, η επιχειρηματική εμπιστοσύνη ενισχύθηκε στο υψηλότερο επίπεδο από τον Φεβρουάριο του 2022. Σε επίπεδο μεγάλων οικονομιών, η εικόνα ήταν μεικτή: η Γαλλία κατέγραψε τον ταχύτερο ρυθμό αύξησης της παραγωγής των τελευταίων σχεδόν τεσσάρων ετών, σε αντίθεση με τη Γερμανία που παρέμεινε σε καθεστώς συρρίκνωσης για 43ο συνεχόμενο μήνα. Στην Ισπανία ο δείκτης παρέμεινε σε υφεσιακά επίπεδα, όπως και στην Ιταλία, αλλά με ενδείξεις εξασθένησης της ύφεσης. Τόσο η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα όσο και η Τράπεζα της Αγγλίας συνεδριάζουν εντός της εβδομάδας και αναμένεται να διατηρήσουν αμετάβλητα τα επιτόκια.

Στην αγορά ενέργειας, οι τιμές του πετρελαίου κατέγραψαν ισχυρή πτώση κοντά στο 5%, καθώς υποχώρησε το γεωπολιτικό ρίσκο μετά τις δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ ότι το Ιράν βρίσκεται σε «σοβαρές συνομιλίες» με την Ουάσιγκτον. Η τιμή του Brent για τα συμβόλαια Απριλίου κατρακύλησε κατά 4,53% στα 66,18 δολάρια, ενώ το αμερικάνικο WTI κατέγραψε απώλειες 4,91% στα 62,01 δολάρια το βαρέλι. Με αυτή την επίδοση, και οι δύο δείκτες αντιστάθμισαν κάπως τα ισχυρά κέρδη των προηγούμενων ημερών. Θυμίζουμε ότι τον Ιανουάριο οι πετρελαϊκές τιμές κατέγραψαν τη μεγαλύτερη μηνιαία αύξηση από το 2022, με το Brent να ανεβαίνει 16% και το αμερικάνικο αργό περίπου 13%.

Στην αγορά συναλλάγματος, το αμερικάνικο νόμισμα κράτησε τα κέρδη που αποκόμισε στο ράλι της Παρασκευής. Ο δείκτης δολαρίου ανέβηκε 0,56% στο 97,53 και η ισοτιμία ευρώ/δολαρίου κινήθηκε στο 1,181, με το ευρώ να χάνει επιπλέον 0,32%.