Το πρωί της Παρασκευής, η μετοχή της Glencore σημείωσε ράλι, καθώς επιβεβαιώθηκε ότι οι συνομιλίες για μια ιστορική συγχώνευση με τη Rio Tinto έχουν επανέλθει στο προσκήνιο. Αν η συμφωνία προχωρήσει, θα δημιουργήσει τη μεγαλύτερη μεταλλευτική εταιρεία στον κόσμο, με συνδυασμένη χρηματιστηριακή αξία άνω των 200 δισ. δολαρίων.
Οι δύο εταιρείες επιβεβαίωσαν ότι βρίσκονται σε συζητήσεις για πιθανό συνδυασμό μέρους ή του συνόλου των δραστηριοτήτων τους, ακόμη και μέσω εξαγοράς με ανταλλαγή μετοχών. Η αγορά αντέδρασε άμεσα, με τη μετοχή της Glencore να ενισχύεται έως και 9,9% στο άνοιγμα του Λονδίνου, ενώ η Rio Tinto υποχώρησε περίπου 2,5%.
Μια ενδεχόμενη συμφωνία θα αποτελούσε τη μεγαλύτερη στην ιστορία του κλάδου, σε μια περίοδο που η μεταλλευτική βιομηχανία βρίσκεται σε έντονο κύμα συγκέντρωσης, καθώς οι μεγάλοι παίκτες επιδιώκουν να ενισχύσουν την έκθεσή τους στον χαλκό, ένα μέταλλο-κλειδί για την ενεργειακή μετάβαση και τις τεχνολογίες αιχμής. Και οι δύο όμιλοι διαθέτουν ισχυρά χαρτοφυλάκια χαλκού, ενώ η πιθανή συγχώνευση θα δημιουργούσε έναν «γίγαντα» ικανό να ανταγωνιστεί ευθέως την BHP Group, που διατηρεί μέχρι σήμερα τον τίτλο της μεγαλύτερης μεταλλευτικής εταιρείας παγκοσμίως.
Οι συζητήσεις επανέρχονται σε μια συγκυρία όπου ο χαλκός κινείται σε ιστορικά υψηλά, πάνω από τα 13.000 δολάρια ο τόνος, λόγω διακοπών παραγωγής, περιορισμένων αποθεμάτων και αυξημένων αγορών στις ΗΠΑ ενόψει πιθανών εμπορικών δασμών. Η προοπτική στενότητας της προσφοράς έχει καταστήσει τον χαλκό στρατηγικό «στοίχημα» για επενδυτές και διοικήσεις.
Για τη Rio Tinto, μια συμφωνία με τη Glencore θα σήμαινε σημαντική ενίσχυση της παραγωγής χαλκού και πρόσβαση σε κομβικά περιουσιακά στοιχεία, όπως το ορυχείο Collahuasi στη Χιλή, ένα από τα πλουσιότερα παγκοσμίως. Ταυτόχρονα, θα μείωνε τη σχετική εξάρτηση από το σιδηρομετάλλευμα, του οποίου η μελλοντική ζήτηση παραμένει αβέβαιη λόγω της επιβράδυνσης της κινεζικής οικοδομικής δραστηριότητας.
Ωστόσο, οι αναλυτές επισημαίνουν σοβαρά εμπόδια. Η Glencore είναι ο μεγαλύτερος διακινητής άνθρακα παγκοσμίως, έναν τομέα από τον οποίο η Rio έχει αποχωρήσει συνειδητά. Επιπλέον, οι δύο όμιλοι έχουν διαφορετικές εταιρικές κουλτούρες, ενώ παραμένει ασαφές αν η Rio θα επιθυμούσε να αποκτήσει το σύνολο των δραστηριοτήτων της Glencore ή να προχωρήσει σε εκτεταμένες αποεπενδύσεις.
Οι δύο πλευρές είχαν βρεθεί ξανά κοντά το 2024, αλλά τότε οι συνομιλίες κατέρρευσαν λόγω διαφωνιών στην αποτίμηση. Έκτοτε, η Rio Tinto έχει αλλάξει διευθύνοντα σύμβουλο, με τον Simon Trott να δίνει έμφαση στη μείωση κόστους και στην απλοποίηση του ομίλου, ενώ η Glencore έχει παρουσιάσει φιλόδοξα σχέδια σχεδόν διπλασιασμού της παραγωγής χαλκού την επόμενη δεκαετία υπό τον CEO Gary Nagle.
Στην αγορά, αρκετοί επενδυτές θεωρούν το σενάριο «λογικό», αλλά όχι αυτονόητο. «Είναι το μεγάλο ανεκπλήρωτο deal του κλάδου», σχολιάζουν, υπογραμμίζοντας ότι ο άνθρακας θα είναι το πρώτο και δυσκολότερο ζήτημα που θα κληθεί να λύσει μια ενδεχόμενη συγχώνευση.
Αν τελικά προχωρήσει, η ένωση Rio Tinto – Glencore δεν θα δημιουργήσει απλώς τον μεγαλύτερο μεταλλευτικό όμιλο στον κόσμο, αλλά θα αναδιαμορφώσει τις ισορροπίες σε χαλκό, σιδηρομετάλλευμα και βασικά μέταλλα, σε μια περίοδο όπου η ενεργειακή μετάβαση, η τεχνητή νοημοσύνη και η γεωπολιτική καθιστούν τις πρώτες ύλες στρατηγικό πεδίο ανταγωνισμού. Προς το παρόν, οι αγορές ποντάρουν στο ενδεχόμενο, και η απότομη άνοδος της Glencore δείχνει πόσο πολύ διψά ο κλάδος για το επόμενο μεγάλο deal.