Οι παγκόσμιες αγορές είναι έτοιμες για μια ακόμη θετική, αλλά πιο απαιτητική πορεία το 2026, καθώς η δυναμική των προηγούμενων ετών δίνει τη θέση της σε μια φάση ωριμότητας. Η Τεχνητή Νοημοσύνη συνεχίζει να τροφοδοτεί την ανάπτυξη, ωστόσο οι αναλυτές εκτιμούν ότι οι αποδόσεις θα είναι πιο μετρημένες. Η Goldman Sachs προβλέπει ότι θα διατηρηθεί η ανοδική αγορά, δίνοντας έμφαση στην επιλεκτικότητα, ενώ η Citi περιγράφει ένα σκηνικό τύπου «Goldilocks» με ήπια ανάπτυξη και ελεγχόμενη ρευστότητα.
Μια σημαντική διαφοροποίηση για το 2026 είναι η στροφή προς τις αναδυόμενες αγορές και την Ευρώπη, οι οποίες αναμένεται να υπερκεράσουν τη Wall Street, λόγω των ελκυστικότερων αποτιμήσεων και των υψηλότερων ρυθμών αύξησης της κερδοφορίας τους. Παρά τις αναμενόμενες μειώσεις επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες, οι επενδυτές θα αντιμετωπίσουν αυξημένη μεταβλητότητα, με γεωπολιτικές τριβές, πληθωριστικές ανησυχίες και πιθανές διορθώσεις στον τεχνολογικό τομέα να αποτελούν τους βασικούς κινδύνους.
Το 2026 αναμένεται να είναι έτος-ορόσημο για το ελληνικό χρηματιστήριο, καθώς θα ολοκληρωθεί η εξαγορά της ΕΧΑΕ από τη Euronext. Η ένταξη στην «ομπρέλα» του πανευρωπαϊκού ομίλου θα αλλάξει την εγχώρια αγορά, σε συνδυασμό με την αναβάθμισή της στην κατηγορία των ανεπτυγμένων αγορών από τον FTSE Russell τον ερχόμενο Σεπτέμβριο. Ο τραπεζικός κλάδος αναμένεται να παραμείνει ο κινητήριος μοχλός για το Χ.Α., με τις τιμές-στόχους να υποδηλώνουν ισχυρά περιθώρια ανόδου, παρά τις υψηλές αποδόσεις του 2025.
Ορισμένες μετοχές υψηλής κεφαλαιοποίησης βρίσκονται στο επίκεντρο αισιόδοξων προβλέψεων, αποδεικνύοντας ότι η αναπτυξιακή προοπτική εντοπίζεται και εκτός του τραπεζικού κλάδου. Έτσι, η Ελλάδα εδραιώνεται ως κορυφαία επενδυτική επιλογή για το 2026, έχοντας ήδη συμπληρώσει πέντε διαδοχικά έτη ανόδου. Η Goldman Sachs θέτει ως στόχο για τον Γενικό Δείκτη τις 2.300 μονάδες, ενώ η Morgan Stanley επισημαίνει τις επικείμενες αλλαγές σχετικά με τη στάθμιση της χώρας στους διεθνείς δείκτες.
Το αμερικανικό χρηματιστήριο εισέρχεται στο 2026 με μια σπάνια σύγκλιση απόψεων μεταξύ κορυφαίων αναλυτών, οι οποίοι εμφανίζονται ομόφωνα αισιόδοξοι. Μετά από τρία έτη διψήφιας ανόδου, η αγορά αναμένεται να ενισχυθεί κατά μέσο όρο 11% τους επόμενους 12 μήνες, τροφοδοτούμενη από την ανθεκτική οικονομία των ΗΠΑ και την ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης. Οι Deutsche Bank και Oppenheimer είναι οι πιο αισιόδοξοι, προβλέποντας υπέρβαση των 8.000 μονάδων, ενώ η Morgan Stanley και η RBC έχουν θέσει στόχους μεταξύ 7.750-7.800 μονάδων.
Στις ευρωπαϊκές αγορές, η UBS αναμένει άνοδο προς τις 650 μονάδες, ενώ η Deutsche Bank τοποθετεί τη μέση απόδοση στο 7,9%. Αντίθετα, η Bank of America είναι πιο συντηρητική, αναμένοντας αρχικά πτώση. Στο επίκεντρο του επενδυτικού ενδιαφέροντος παραμένουν η άμυνα, η πράσινη ενέργεια και οι τράπεζες.
Το 2026 αναμένεται να είναι μια χρονιά ισχυρών αποδόσεων για τα πολύτιμα και βιομηχανικά μέταλλα, με τον χρυσό να παραμένει το κυρίαρχο ασφαλές καταφύγιο. Οι αναλυτές προβλέπουν ότι η τιμή του χρυσού μπορεί να προσεγγίσει ή να ξεπεράσει τα 5.000 δολάρια ανά ουγγιά. Παράλληλα, το ασήμι και ο χαλκός αναμένεται να διατηρήσουν τη δυναμική τους, με τον χαλκό να αναδεικνύεται σε κομβικό μέταλλο για τις υποδομές Τεχνητής Νοημοσύνης.
Το 2026 προδιαγράφεται έτος σημαντικών πιέσεων για τις τιμές του πετρελαίου, καθώς αναμένεται πλεόνασμα προσφοράς. Οι εκτιμήσεις των μεγάλων οργανισμών τοποθετούν τις τιμές του Brent κοντά στα 55-56 δολάρια και του WTI στα 51-52 δολάρια ανά βαρέλι.
Στην αγορά κρυπτονομισμάτων, οι προβλέψεις είναι ανάμεικτες, με το Bitcoin να είναι αντιμέτωπο με διχασμένες εκτιμήσεις. Το Ethereum και το XRP παρουσιάζουν επίσης ενδιαφέρον, με τις τιμές τους να αναμένονται να κινηθούν σε συγκεκριμένα εύρη ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς.