Ούτε το γεωπολιτικό ρίσκο, ούτε η επιβράδυνση της αγοράς εργασίας, ούτε καν η καθυστέρηση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, που δεν εξέδωσε την απόφαση του για τη νομιμότητα των δασμών, μπόρεσαν να πτοήσουν τους επενδυτές. Έτσι, το ζωηρό αγοραστικό ενδιαφέρον έστειλε ανοδικά τη Wall Street, με τους δείκτες Dow Jones και S&P 500 να καταγράφουν νέα υψηλά. Συγκεκριμένα, ο Dow Jones ενισχύθηκε κατά 0,48%, φτάνοντας σε νέο ταβάνι στις 49.504 μονάδες, ενώ ο S&P 500 κατέγραψε νέο ρεκόρ στις 6.966 μονάδες, αυξημένος κατά 0,65%. Ο Nasdaq κέρδισε 0,82%, αγγίζοντας τις 23.671 μονάδες, πλησιάζοντας έτσι τα υψηλά του. Με αυτές τις επιδόσεις, και οι τρεις δείκτες ολοκλήρωσαν την εβδομάδα με κέρδη, με τον Dow Jones και τον Nasdaq να ανεβαίνουν περίπου 2% και τον S&P 500 πάνω από 1%.

Το θετικό momentum στην αγορά περιορίστηκε προσωρινά τις πρώτες ώρες, όταν το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ δεν τοποθετήθηκε επί της νομιμότητας των δασμών του Τραμπ, με αποτέλεσμα οι μετοχές των εταιρειών καταναλωτικών ειδών να πιεστούν, καθώς έχουν χάσει τα περισσότερα από τους δασμούς. Ωστόσο, σταδιακά οι δείκτες ανέβασαν και πάλι ρυθμούς, με το ράλι να διευρύνεται, κυρίως στον τεχνολογικό κλάδο. Ο Μαρκ Μάλεκ της Siebert Financial σχολίασε: «Το πρωί πολλοί εστίασαν υπερβολικά στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου και ίσως απέρριψαν γρήγορα τα στοιχεία για την απασχόληση. Μόλις έγινε σαφές ότι δεν θα υπάρξει απόφαση, αρκετοί επέστρεψαν στα στοιχεία της αγοράς εργασίας και τα είδαν ως ελαφρώς θετικά. Ούτε καλά ούτε κακά, αλλά λίγο θετικά».

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Bureau of Labor Statistics, οι νέες θέσεις εργασίας εκτός αγροτικού τομέα αυξήθηκαν κατά 50.000 τον Δεκέμβριο, με το ποσοστό ανεργίας να διαμορφώνεται στο 4,4%, από 4,6% τον Νοέμβριο. Οι οικονομολόγοι ανέμεναν 70.000 νέες θέσεις και ανεργία στο 4,5%. Αυτά τα στοιχεία ενίσχυσαν την άποψη της αγοράς ότι η Federal Reserve θα διατηρήσει τα επιτόκια αμετάβλητα στη συνεδρίαση του Ιανουαρίου. Ωστόσο, οι αγορές χρήματος διατηρούν την εκτίμηση ότι το συμβούλιο θα προχωρήσει σε τουλάχιστον δύο περικοπές των επιτοκίων φέτος.

Ο Τζεφ Σουλτς της ClearBridge Investments υποστήριξε: «Το ποσοστό ανεργίας υποχώρησε στο 4,4%, κάτι θετικό, καθώς η άνοδός του αποτελούσε βασική ανησυχία και ένδειξη αδυναμίας της αγοράς εργασίας τον τελευταίο χρόνο. Από την αρνητική πλευρά, οι αναθεωρήσεις έδειξαν ότι δημιουργήθηκαν λιγότερες θέσεις από ό,τι είχε αρχικά εκτιμηθεί, με τις ιδιωτικές θέσεις να επωμίζονται το μεγαλύτερο μέρος της υποβάθμισης». Πρόσθεσε ότι αυτό το αποτέλεσμα θα κρατήσει τη Fed σε στάση αναμονής προς το παρόν, αν και το συμβούλιο θα παραμείνει σε επιφυλακή για σημάδια περαιτέρω χαλάρωσης της αγοράς εργασίας.

Στην αγορά ομολόγων, η απόδοση του 10ετούς παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη στο 4,17%, ενώ η απόδοση του πιο ευμετάβλητου 2ετούς ανέβηκε στο 3,54%. Στον τομέα των μετοχών, οι εταιρείες κατασκευής κατοικιών στήριξαν τη συνολική εικόνα της αγοράς, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ έδωσε εντολή σε «εκπροσώπους» της κυβέρνησης και φορείς να αγοράσουν ομόλογα στεγαστικών δανείων, με στόχο τη μείωση των επιτοκίων για τους αγοραστές κατοικιών. Μεταξύ αυτών, η D.R. Horton, η PulteGroup, η Lennar και η Home Depot.

Επίσης, η μετοχή της Intel κατέγραψε μία από τις ισχυρότερες ανόδους της ημέρας, καθώς η εταιρεία υποστήριξε τις προσδοκίες για δυναμική παρουσία στον κλάδο των ημιαγωγών. Άλμα σημείωσαν επίσης οι μετοχές της Micron Technology και της Tesla, ενώ η Warner Bros Discovery βρέθηκε στις κερδισμένες, καθώς συνεχίζεται ο πόλεμος των προσφορών για την απόκτησή της. Αντιθέτως, ανάμεσα στους χαμένους της ημέρας ήταν η Ford Motor, αντανακλώντας τις ανησυχίες για τις προοπτικές της αυτοκινητοβιομηχανίας σε ένα περιβάλλον υψηλής μεταβλητότητας. Υπό πίεση βρέθηκε και η General Motors, που θα αναγκαστεί να προχωρήσει σε νέες επιβαρύνσεις ύψους 6 δισ. δολαρίων, που συνδέονται με περικοπές στην παραγωγή ηλεκτρικών οχημάτων και μπαταριών, καθώς οι οικονομικές επιπτώσεις από την επιβράδυνση της αγοράς EV στις ΗΠΑ διευρύνονται. Σε πτωτική τροχιά βρέθηκε επίσης η Kenvue και η Netflix, μετά την υποβάθμιση της μετοχής της από την Goldman Sachs, που μείωσε την τιμή στόχο από τα 130 στα 112 δολάρια.