Η Wall Street έκλεισε την εβδομάδα με μεικτά πρόσημα, καθώς οι επενδυτές επέλεξαν να παραμείνουν σε στάση αναμονής ενόψει των κρίσιμων διπλωματικών επαφών μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν στο Πακιστάν. Παρά την επιφυλακτικότητα της Παρασκευής, οι κυριότεροι χρηματιστηριακοί δείκτες πέτυχαν την καλύτερη εβδομαδιαία επίδοσή τους από τον περασμένο Νοέμβριο, κεφαλαιοποιώντας την εύθραυστη εκεχειρία που έβαλε «φρένο» στην πρόσφατη πολεμική κλιμάκωση.
Στη σημερινή συνεδρίαση, ο S&P 500 σημείωσε πτώση 0,11% στις 6.816,89 μονάδες, ενώ ο Dow Jones υποχώρησε κατά 0,56% ή 269 μονάδες στις 47.916,33 μονάδες. Αντίθετα, ο τεχνολογικός Nasdaq Composite κατάφερε να ενισχυθεί κατά 0,35% στις 22.902,89 μονάδες, αντλώντας ώθηση από το ράλι στον κλάδο των ημιαγωγών και τις ισχυρές επιδόσεις εταιρειών όπως η Nvidia και η Broadcom. Ο S&P 500 σημείωσε κέρδη άνω του 3% σε εβδομαδιαία βάση, πραγματοποιώντας την καλύτερη επίδοσή του από τον περασμένο Νοέμβριο, ενώ ο Nasdaq κατέγραψε άνοδο άνω του 4%, σημειώνοντας επίσης την καλύτερη εβδομάδα του από τον Νοέμβριο. Ο Dow Jones ενισχύθηκε κατά περίπου 3% από την αρχή της εβδομάδας.
Η επενδυτική ψυχολογία επηρεάστηκε άμεσα από τη σκληρή ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος κλιμάκωσε την πίεση προς την Τεχεράνη μέσω αναρτήσεων στο Truth Social. Ο Αμερικανός πρόεδρος κατηγόρησε την ιρανική ηγεσία για διεθνή εκβιασμό μέσω του ελέγχου των θαλάσσιων οδών και δήλωσε ότι οι ΗΠΑ προετοιμάζουν στρατιωτική απάντηση σε περίπτωση αποτυχίας των ειρηνευτικών συνομιλιών.
Την ίδια στιγμή, οι τιμές του πετρελαίου παρουσίασαν έντονη μεταβλητότητα, με το αμερικανικό αργό (WTI) να υποχωρεί κάτω από τα 97 δολάρια το βαρέλι και το Brent να διαμορφώνεται κοντά στα 95 δολάρια, καθώς η αβεβαιότητα για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ παραμένει το βασικό «αγκάθι» για την παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα.
Στο εσωτερικό μέτωπο, τα στοιχεία για τον πληθωρισμό του Μαρτίου προσέφεραν μεικτή εικόνα. Ο γενικός δείκτης τιμών καταναλωτή σημείωσε τη μεγαλύτερη μηνιαία άνοδο των τελευταίων τεσσάρων ετών, φτάνοντας το 3,3% σε ετήσια βάση, κυρίως λόγω της εκρηκτικής αύξησης 21,2% στις τιμές της βενζίνης. Ωστόσο, ο δομικός πληθωρισμός, που εξαιρεί τις τιμές τροφίμων και ενέργειας, αποδείχθηκε πιο συγκρατημένος από τις προβλέψεις και διαμορφώθηκε σε 2,6%. Παρά τη σχετική αυτή ηρεμία στα δομικά μεγέθη, οι καταναλωτές εμφανίζονται ιδιαίτερα ανήσυχοι, με την έρευνα του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν να δείχνει ότι οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό του επόμενου έτους έχουν «εκτιναχθεί» στο 4,8%, ενώ η καταναλωτική εμπιστοσύνη κατέρρευσε σε ιστορικό χαμηλό.
Η γεωπολιτική αστάθεια συνεχίζει να περιπλέκει τις διαπραγματεύσεις, καθώς το Ιράν θέτει ως όρους για την ομαλοποίηση της κατάστασης την εκεχειρία στον Λίβανο και την αποδέσμευση περιουσιακών του στοιχείων. Οι συνεχιζόμενοι βομβαρδισμοί του Ισραήλ σε στόχους της Χεζμπολάχ, παρά τις δηλώσεις του Μπέντζαμιν Νετανιάχου για επιδίωξη διαλόγου με τη Βηρυτό, δημιουργούν ένα «εκρηκτικό» σκηνικό που κρατά τους επενδυτές σε εγρήγορση.
Η Mary Daly, πρόεδρος της Fed του Σαν Φρανσίσκο, υπογράμμισε ότι το ενεργειακό σοκ από τη σύγκρουση είναι πιθανό να καθυστερήσει την επιστροφή του πληθωρισμού στον στόχο του 2%, γεγονός που επηρεάζει τις αποδόσεις των ομολόγων και τις στρατηγικές των χαρτοφυλακίων. Εν μέσω αυτού του ταραγμένου περιβάλλοντος, ο τεχνολογικός κλάδος παραμένει το στήριγμα της αγοράς. Η CoreWeave σημείωσε «άλμα» 12,8% μετά την ανακοίνωση πολυετούς συνεργασίας με την Anthropic, ενώ οι κατασκευαστές μικροτσίπ άγγιξαν ιστορικά υψηλά.
Η προσοχή πλέον στρέφεται στην ερχόμενη Δευτέρα, οπότε και ξεκινά η περίοδος ανακοίνωσης εταιρικών αποτελεσμάτων α’ τριμήνου 2026 από τους τραπεζικούς κολοσσούς, όπως η Goldman Sachs, η JPMorgan Chase και η Citigroup. Οι αναλυτές αναμένουν ισχυρά αποτελέσματα λόγω της αυξημένης συναλλακτικής δραστηριότητας που προκάλεσε η μεταβλητότητα των αγορών, ελπίζοντας ότι τα εταιρικά κέρδη θα προσφέρουν ένα πιο σταθερό έδαφος για τη συνέχεια του έτους.