Το υφιστάμενο εποπτικό πλαίσιο για τις κεφαλαιαγορές της ΕΕ παραμένει σύνθετο και κατακερματισμένο, όπως επισημαίνουν οι οικονομολόγοι της ΕΚΤ, Jacopo Carmassi, Olivier Dumora Lemaire, Johanne Evrard, Zakaria Gati, Cyprien Milea, Laura Parisi, Clément Rouveyrol και Alessandro Spolaore. Η θέσπιση πιο ενοποιημένης εποπτείας των βασικών συμμετεχόντων της αγοράς θα ενίσχυε τη συνέπεια στην εποπτεία, θα βελτίωνε τον εντοπισμό διασυνοριακών κινδύνων και θα στήριζε την περαιτέρω ενοποίηση των αγορών. Αυτό θα παρείχε ισχυρότερες βάσεις για την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, όπως αναφέρεται στη σχετική μελέτη.
Η ατζέντα για την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων έχει δώσει νέα ώθηση στη φιλοδοξία της Ευρώπης να εμβαθύνει τις κεφαλαιαγορές της και να κατευθύνει το σημαντικό απόθεμα αποταμιεύσεων προς παραγωγικές επενδύσεις. Κεντρική πρωτοβουλία στο πλαίσιο αυτό αποτελεί το «πακέτο για την ενοποίηση της αγοράς και την εποπτεία», που παρουσίασε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Δεκέμβριο του 2025, με στόχο την περαιτέρω εμβάθυνση και ενοποίηση των κεφαλαιαγορών της ΕΕ. Η αποτελεσματική εποπτεία είναι κρίσιμη για την επιτυχία αυτής της πρωτοβουλίας.
Ένα πρόσφατο περιστασιακό έγγραφο της ΕΚΤ αναλύει διεξοδικά γιατί και πώς απαιτείται πιο ενοποιημένη εποπτεία των συμμετεχόντων στις κεφαλαιαγορές. Προσδιορίζει ποιες οντότητες θα μπορούσαν να υπαχθούν σε εποπτεία σε επίπεδο ΕΕ, παρουσιάζοντας τα σχετικά κριτήρια, και εξετάζει πώς η μεταρρύθμιση της Ευρωπαϊκής Αρχής Κινητών Αξιών και Αγορών (ESMA) θα μπορούσε να καταστήσει λειτουργική και αποτελεσματική την εποπτεία των κεφαλαιαγορών σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Οι φορείς των κεφαλαιαγορών δραστηριοποιούνται ολοένα και περισσότερο πέρα από τα σύνορα των κρατών μελών της ΕΕ. Ωστόσο, αυτό συνεπάγεται την πλοήγηση σε ένα κατακερματισμένο τοπίο 52 εθνικών εποπτικών αρχών. Οι επιμέρους αρχές διαθέτουν ισχυρή εγχώρια τεχνογνωσία, αλλά δεν έχουν πλήρη εικόνα των διασυνοριακών κινδύνων και δραστηριοτήτων. Παρά την ύπαρξη του Ενιαίου Εγχειριδίου Κανόνων, οι εθνικές αρχές συχνά εφαρμόζουν αποκλίνουσες πρακτικές και κανόνες εποπτείας. Αυτή η κατάσταση διαφέρει από την ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία, η οποία από το 2014 έχει σε μεγάλο βαθμό κεντροποιηθεί μέσω του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού.
Ο κατακερματισμός αυτός δεν αντανακλά πλέον ούτε την πραγματικότητα των αγορών ούτε τη φιλοδοξία για μια πραγματικά ενοποιημένη ευρωπαϊκή κεφαλαιαγορά. Για παράδειγμα, λίγοι μεγάλοι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι εκκαθαρίζουν συναλλαγές από ολόκληρη την ΕΕ και πέραν αυτής. Πανευρωπαϊκοί όμιλοι κεντρικών αποθετηρίων τίτλων εποπτεύονται από διαφορετικές αρχές σε πολλαπλές δικαιοδοσίες. Επιπλέον, οι πάροχοι υπηρεσιών κρυπτοπεριουσιακών στοιχείων δραστηριοποιούνται εκ φύσεως διασυνοριακά. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, καμία μεμονωμένη εθνική αρχή δεν διαθέτει πλήρη εικόνα – ούτε και την ικανότητα να αντιμετωπίσει τους συστημικούς κινδύνους που συνεπάγονται.
Η εποπτεία των κεφαλαιαγορών σε επίπεδο ΕΕ θα απέφερε απτά οφέλη και αποτελεί αναγκαίο βήμα για την άρση των υφιστάμενων εμποδίων στην ενοποίηση των κεφαλαιαγορών. Δεν αποτελεί πανάκεια – η πρόοδος σε ευρύτερα ζητήματα που εμποδίζουν την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, από τη χρηματοδότηση της καινοτομίας έως τις προκλήσεις νομικής εναρμόνισης, θα είναι καθοριστική για τη διοχέτευση κεφαλαίων σε παραγωγικές επενδύσεις στην Ευρώπη. Ωστόσο, η αναμονή για πλήρη νομική σύγκλιση πριν από τη μεταρρύθμιση της εποπτείας θα ισοδυναμούσε με σπατάλη μιας σημαντικής ευκαιρίας – και πολύτιμου χρόνου, σημειώνουν οι οικονομολόγοι. Ήδη από τώρα υπάρχει ανάγκη για πιο συνεπή και προβλέψιμη εφαρμογή του Ενιαίου Εγχειριδίου Κανόνων για τους σημαντικούς φορείς των κεφαλαιαγορών. Η μεταρρύθμιση της εποπτείας και η προώθηση της νομικής σύγκλισης θα πρέπει να προχωρούν παράλληλα.