Το 2025 ήταν μια χρονιά που χαρακτηρίστηκε από σημαντικές μεταβολές και επαναξιολογήσεις στις νομισματικές πολιτικές των μεγάλων κεντρικών τραπεζών παγκοσμίως. Για μεγάλο μέρος του έτους, τόσο στην Ευρώπη όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες, τα επιτόκια παρέμειναν σε σχετικά χαμηλά επίπεδα, προκειμένου να στηριχθεί η οικονομική δραστηριότητα και να διατηρηθεί η ζήτηση σε κρίσιμους τομείς της αγοράς.

Στην ευρωζώνη, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μείωσε το βασικό κόστος δανεισμού αρκετές φορές τα τελευταία δύο χρόνια, με στόχο να τονώσει την ανάπτυξη και να φέρει τον πληθωρισμό κοντά στον στόχο του 2%. Αυτή η εξέλιξη περιόρισε το κόστος δανεισμού για επιχειρήσεις και νοικοκυριά, καθιστώντας το χρήμα φθηνότερο, αλλά παράλληλα δημιούργησε νέα δεδομένα στις χρηματοοικονομικές επιλογές των επενδυτών.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα (Fed) υιοθέτησε μια πιο «γερά αυτιά» προσέγγιση στις επιτοκιακές αποφάσεις, επιβάλλοντας μειώσεις, αλλά αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο διαφοροποίησης της πολιτικής της ανάλογα με τα μακροοικονομικά δεδομένα. Αυτό δημιούργησε μια μεταβαλλόμενη αίσθηση στην αγορά, όπου οι επενδυτές έπρεπε να πλοηγηθούν ανάμεσα σε σήματα χαλάρωσης και προειδοποιήσεις για πιθανές αυξήσεις.

Καθώς μπαίνουμε στο 2026, βρίσκεται σε εξέλιξη μια σημαντική αλλαγή στο κλίμα των αγορών. Παρά το γεγονός ότι τα επιτόκια είχαν μειωθεί για να υποστηρίξουν την οικονομία, ολοένα και περισσότερα «στοιχήματα» στους χρηματοπιστωτικούς δείκτες δείχνουν ότι οι επενδυτές αρχίζουν να θεωρούν πιθανό το ενδεχόμενο αύξησης επιτοκίων μέσα στο 2026, τουλάχιστον στην Ευρωζώνη. Οι προσδοκίες αυτές δημιουργούν αβεβαιότητα και άγχος σε τμήματα των χρηματιστηριακών και ομολογιακών αγορών.

Η προοπτική αύξησης επιτοκίων δημιουργεί φόβο για διάφορους λόγους. Καταρχάς, υψηλότερα επιτόκια σημαίνουν υψηλότερο κόστος δανεισμού για επιχειρήσεις και νοικοκυριά, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε επιβράδυνση των επενδύσεων και της κατανάλωσης. Επιπλέον, τα αυξημένα επιτόκια τείνουν να μειώνουν την ελκυστικότητα των μετοχών σε σχέση με άλλα επενδυτικά προϊόντα, όπως τα ομόλογα.

Καθώς το 2026 έφτασε, το βασικό δίλημμα για τους επενδυτές είναι κατά πόσο οι κεντρικές τράπεζες θα συνεχίσουν να διατηρούν επιθετική στάση όσον αφορά τα επιτόκια ή αν θα μεταστραφούν σε στήριξη της ανάπτυξης. Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τη συμπεριφορά των αγορών. Οι αποφάσεις για επιτόκια το 2026 θα λειτουργήσουν ως βασικός καταλύτης για την κατεύθυνση των κεφαλαιαγορών.